Ο αυτοκράτορας Διοκλητιανός, ενώ βρισκόταν στην Ακουιλεία, έμαθε για πολλούς χριστιανούς που ήταν φυλακισμένοι σε μπουντρούμια και διέταξε την εκτέλεση όλων εκτός από τον άγιο μάρτυρα Χρυσόγονο, ο οποίος υπέστη σφοδρά βασανιστήρια και αποκεφαλίστηκε. Το σώμα του βρέθηκε από τον ιερέα Ζοΐλο και κρύφτηκε στο σπίτι του. Ο άγιος Χρυσόγονος προφήτευσε ότι τρεις παρθένες, η Αγάπια, η Χιόνια και η Ειρήνη, θα οδηγηθούν σε βασανιστήρια και διέταξε την αγία Αναστασία να φροντίσει γι' αυτές.
Οι παρθένες συλλαμβάνονται και οδηγούνται στον αυτοκράτορα, ο οποίος προσπαθεί να τις πείσει να απαρνηθούν τον Χριστό, αλλά αυτές αρνούνται σταθερά. Η Αγάπια, η Χιόνια και η Ειρήνη, παρά τις απειλές και τις υποσχέσεις, δεν συμφώνησαν να προσφέρουν θυσίες στα είδωλα. Ρίχτηκαν στη φυλακή, όπου η αγία Αναστασία τις παρηγόρησε.
Αργότερα, στη Μακεδονία, ο κυβερνήτης Δουλκίτιος, επιθυμώντας να ατιμάσει τις παρθένες, δεν μπόρεσε να το κάνει, καθώς παρέμειναν αβλαβείς. Ο κυβερνήτης, οργισμένος, διέταξε να καούν η Αγάπια και η Χιόνια, οι οποίες δέχτηκαν με χαρά τον μαρτυρικό θάνατο, προσευχόμενες στον Θεό. Τα σώματά τους δεν υπέστησαν ζημιά από τη φωτιά και συλλέχθηκαν από την αγία Αναστασία.
Η αγία Ειρήνη, μετά από βασανιστήρια, οδηγήθηκε επίσης στον δικαστή, αλλά αρνήθηκε να προσκυνήσει τα είδωλα και θανατώθηκε. Η ψυχή της, όπως και οι ψυχές των αδελφών της, έγινε δεκτή από τον Κύριο. Όλες οι τρεις άγιες μάρτυρες παρουσιάστηκαν ενώπιον του Θεού, στεφανωμένες με δόξα.
