Ο αυτοκράτορας Λικίνιος εξέδωσε το 315 μ.Χ. διάταγμα κατά των χριστιανών. Τότε, περισσότεροι από σαράντα πιστοί, μεταξύ των οποίων ήταν και οι πρόκριτοι Δανιήλ, Μαυρίκιος, Αντώνιος και Λεόντιος, αποφάσισαν να παρουσιαστούν αυτοβούλως στο δικαστήριο και να ομολογήσουν την πίστη τους. Ο κυβερνήτης, έκπληκτος από το θάρρος και την τόλμη τους, άρχισε να τους ανακρίνει, ενώ εκείνοι επέμεναν πως Κύριος και Θεός τους ήταν ο Ιησούς Χριστός.
Γεμάτος οργή, διέταξε να βασανιστούν. Οι άγιοι υπέμειναν κάθε ταλαιπωρία, ενθαρρύνοντας και στηρίζοντας ο ένας τον άλλον. Στη φυλακή, προσεύχονταν και έψαλλαν όλοι μαζί, περιμένοντας τον μαρτυρικό τους θάνατο.
Όταν ο κυβερνήτης όρισε τελικά τη θανατική τους καταδίκη, οι άγιοι δέχτηκαν με χαρά τη μοίρα τους. Προσευχήθηκαν, ζητώντας από τον Θεό να ενισχύσει την πίστη τους. Τότε, δύο από τους φρουρούς, βλέποντας το φως και ακούγοντας τη φωνή ενός αγγέλου, πίστεψαν και οι ίδιοι στον Χριστό. Συσπειρώθηκαν μαζί τους και μαρτύρησαν για την πίστη τους.
Τα βασανιστήρια που διέταξε ο κυβερνήτης ήταν φριχτά. Τελικά, οι άγιοι μάρτυρες ρίχτηκαν στην πυρά και ολοκλήρωσαν τον βίο τους στις 10 Ιουλίου στη Νικόπολη της Αρμενίας.
Όταν ο Μέγας Κωνσταντίνος έγινε ο μοναδικός κυβερνήτης της αυτοκρατορίας, η εκκλησία ανέκτησε την ελευθερία της. Οι άγιοι μάρτυρες δοξάστηκαν, ενώ τα ιερά λείψανά τους αποτέλεσαν πηγή θεραπείας.
