4:10 Σας ασπάζεται Αρίσταρχος ο συναιχμάλωτός μου και Μάρκος ο ανεψιός του Βαρνάβα, περί του οποίου ελάβετε παραγγελίας· εάν έλθη προς εσάς, υποδέχθητε αυτόν,
4:11 και Ιησούς ο λεγόμενος Ιούστος, οίτινες είναι εκ της περιτομής, ούτοι μόνοι είναι συνεργοί μου εις την βασιλείαν του Θεού, οίτινες έγειναν εις εμέ παρηγορία.
4:12 Σας ασπάζεται ο Επαφράς, όστις είναι από σας, ο δούλος του Χριστού, πάντοτε αγωνιζόμενος διά σας εν ταις προσευχαίς, διά να σταθήτε τέλειοι και πλήρεις εις παν θέλημα του Θεού·
4:13 διότι μαρτυρώ περί αυτού ότι έχει ζήλον πολύν διά σας και τους εν Λαοδικεία και τους εν Ιεραπόλει.
4:14 Σας ασπάζεται Λουκάς ο ιατρός ο αγαπητός και ο Δημάς.
4:15 Ασπάσθητε τους εν Λαοδικεία αδελφούς και τον Νυμφάν και την κατ' οίκον αυτού εκκλησίαν·
4:16 και αφού αναγνωσθή μεταξύ σας η επιστολή, κάμετε να αναγνωσθή και εν τη εκκλησία των Λαοδικέων, και την εκ Λαοδικείας να αναγνώσητε και σεις.
4:17 Και είπατε προς τον Αρχιππον· Πρόσεχε εις την διακονίαν, την οποίαν παρέλαβες εν Κυρίω, διά να εκπληροίς αυτήν.
4:18 Ο ασπασμός εγράφη με την χείρα εμού του Παύλου. Ενθυμείσθε τα δεσμά μου. Η χάρις είη μεθ' υμών· αμήν.
9:12 Η δε ημέρα ήρχισε να κλίνη· και προσελθόντες οι δώδεκα, είπον προς αυτόν· Απόλυσον τον όχλον, διά να υπάγωσιν εις τας πέριξ κώμας και τους αγρούς και να καταλύσωσι και να εύρωσι τροφάς, διότι εδώ είμεθα εν ερήμω τόπω.
9:13 Και είπε προς αυτούς· Δότε σεις εις αυτούς να φάγωσιν. Οι δε είπον· Ημείς δεν έχομεν πλειότερον παρά πέντε άρτους και δύο ιχθύας, εκτός εάν υπάγωμεν ημείς και αγοράσωμεν τροφάς δι' όλον τον λαόν τούτον·
9:14 διότι ήσαν ως πεντακισχίλιοι άνδρες· και είπε προς τους μαθητάς αυτού· Καθίσατε αυτούς κατά αθροίσματα ανά πεντήκοντα.
9:15 Και έπραξαν ούτω, και εκάθησαν άπαντας.
9:16 Λαβών δε τους πέντε άρτους και τους δύο ιχθύας, ανέβλεψεν εις τον ουρανόν και ευλόγησεν αυτούς και κατέκοψε, και έδιδεν εις τους μαθητάς διά να βάλλωσιν έμπροσθεν του όχλου.
9:17 Και έφαγον και εχορτάσθησαν πάντες, και εσηκώθη το περισσεύσαν εις αυτούς εκ των κλασμάτων δώδεκα κοφίνια.
9:18 Και ενώ αυτός προσηύχετο καταμόνας, ήσαν μετ' αυτού οι μαθηταί, και ηρώτησεν αυτούς λέγων· Τίνα με λέγουσιν οι όχλοι ότι είμαι;