Κατασκευασμένη σε μοριοσανίδα με τη χρήση των πιο προηγμένων τεχνικών αποτύπωσης και παραγωγής. Το φόντο είναι διακοσμημένο με τρόπο που δίνει την εντύπωση γυαλιστερής επιχρύσωσης.
Ο Απόστολος Παύλος είναι πολιούχος της Κορίνθου και της Καβάλας και ιδρυτής της Ελληνικής Εκκλησίας. Απότμημα του ιερού του λειψάνου βρίσκεται στη Μονή Κουτλουμουσίου Αγίου Όρους.
Ο Παύλος γεννήθηκε στην Ταρσό της Κιλικίας, φαρισαίος στην ανατροφή, με καταγωγή από τη φυλή Βενιαμίν. Το εβραϊκό του όνομα ήταν Σαούλ, εξελληνισμένο Σαύλος. Αρχικά, ήταν σκληρός διώκτης του Χριστιανισμού. Βοήθησε, μάλιστα, τους εκτελεστές του Πρωτομάρτυρα Στέφανου, κρατώντας τους μανδύες τους την ώρα του λιθοβολισμού του.
Το 36 μ.Χ. περίπου, όταν κάποτε μετέβαινε στη Δαμασκό για να συλλάβει τους εκεί χριστιανούς, τού φανερώθηκε ο Χριστός και τον πρόσταξε να πάει στον Ανανία, ο οποίος τον κατήχησε και τον βάπτισε. Τότε συντελέστηκε η μεταστροφή του κι έγινε ο μεγαλύτερος κήρυκας του Ευαγγελίου.
Ονομάστηκε ο Πρώτος μετά τον Ένα και Απόστολος των Εθνών, λόγω των τεσσάρων μεγάλων αποστολικών περιοδειών του. Συνέγραψε 14 επιστολές προς τις εκκλησιαστικές κοινότητες που ίδρυσε ο ίδιος. Τον αγώνα του για τη διάδοση του Ευαγγελίου θα τον δούμε στις Πράξεις των Αποστόλων και στις 14 Επιστολές του στην Καινή Διαθήκη. Ο Απόστολος Παύλος διακηρύττει «ζω δε ουκέτι εγώ, ζη δε εν εμοί Χριστός» (Προς Γαλάτας β΄ 20). Δηλαδή, δε ζω πλέον εγώ, ο παλαιός άνθρωπος, αλλά ζει μέσα μου ο Χριστός. Και ακόμα, «τα πάντα και εν πάσι Χριστός» (Προς Κολασσαείς γ΄ 11).
Πήρε μέρος στην Αποστολική Σύνοδο, η οποία κατήργησε το Μωσαϊκό Νόμο και την περιτομή και άνοιξε την πόρτα της πίστης στους εθνικούς.
Σύμφωνα με την παράδοση υπέστη μαρτυρικό θάνατο δι’ αποκεφαλισμού στη Ρώμη μεταξύ των ετών 64 - 67 μ.Χ.
Κήρυξε στην Ιερουσαλήμ, στην Αντιόχεια, στη Μικρά Ασία, στην Κύπρο, στην Ελλάδα, στη Μάλτα, στη Ρώμη, στη Γαλλία, στην Ισπανία και αλλού.
Η μνήμη του τιμάται μαζί με του Αποστόλου Πέτρου στις 29 Ιουνίου.