Μοναχός
Την εποχή που πατριάρχης Αλεξανδρείας ήταν ο Ιωάννης ο Ελεήμων, έφτασε στην περιοχή ο μοναχός Βιτάλιος από τη μονή του Αββά Σερίδου. Όντας εξήντα ετών, επέλεξε μια ζωή που, αν και φαινόταν αμαρτωλή στους περισσότερους ανθρώπους, ήταν ευάρεστη στον Κύριο. Ο Άγιος Βιτάλιος προσευχόταν για τις πόρνες, επιθυμώντας με ζέση τη μετάνοια και τη συγχώρεσή τους στα μάτια του Θεού. Εργαζόταν σκληρά και φρόντιζε με τα λεφτά που έβγαζε όσους το είχαν ανάγκη. Συγκεκριμένα, κέρδιζε δώδεκα χάλκινα νομίσματα, από τα οποία ξόδευε το ένα για την τροφή του, ενώ τα υπόλοιπα τα έδινε στις πόρνες, ζητώντας τους να ζήσουν με αυτά και να διατηρήσουν την αγνότητά τους. Περνούσε τις νύχτες του προσευχόμενος, ψάλοντας και δοξολογώντας τον Θεό. Πολλές από τις γυναίκες που συνομιλούσαν μαζί του, νιώθωντας τη ζέση των αρετών του, άρχισαν να προσεύχονται και να μετανοούν και οι ίδιες για τις αμαρτίες τους.
Παρά τις συκοφαντίες και την καταδίκη που του επιβλήθηκε, ο Άγιος Βιτάλιος συνέχισε την αποστολή του, παραμένοντας ταπεινός και υπομένοντας κάθε πάθος. Ο πατριάρχης δεν πίστεψε ποτέ τις συκοφαντίες εναντίον του.
Ο άγιος έκρυβε την αρετή του και κανείς δεν φαινόταν να γνώριζε τον οσιακό του βίο, έως τη στιγμή της κοίμησής του.
Κατά το ανοίγμα του κελλιού του Αγίου Βιταλίου, το σώμα του βρέθηκε γονατισμένο, με ένα σημείωμα που ζητούσε από τους ανθρώπους να αποφεύγουν την κατάκριση. Πολλοί έλαβαν θεραπεία αγγίζοντας το ιερό λείψανό του. Το πλήθος των γυναικών, που σώθηκε με τις προσευχές και τις διδαχές του, ήρθε στο μνήμα του, ενώ όλος ο κόσμος, μαθαίνοντας για την αγιότητά του, μετανόησε για την κριτική που του είχε ασκήσει. Ο πατριάρχης ζήτησε την ταφή του αγίου με τιμές, δοξάζοντας τον Θεό για τους αόρατους δούλους Του.
