Ο Μαξιμιανός, ηγεμόνας της Κιλικίας, είχε οργανώσει κάποτε στην Πομπηϊούπολη την τέλεση θρησκευτικής γιορτής προς τιμής της ειδωλολατρικής πίστης. Ο Άγιος Σώζων, με καταγωγή από τη Λυκαονία, είχε ένα όραμα που τον καλούσε να μεταβεί εκεί και να μαρτυρήσει για τον Χριστό.
Φτάνοντας την πόλη και αντικρύζοντας το χρυσό είδωλο που ήταν τοποθετημένο σε περίοπτη θέση, ο άγιος έσπασε το δεξί χέρι του αγάλματος και άρχισε να μοιράζει το χρυσό στους φτωχούς. Έπειτα, παρουσιάστηκε ενώπιον του ηγεμόνα και ομολόγησε την πράξη του, εξηγώντας πως το είδωλο εκείνο δεν ήταν ο αληθινός Θεός.
Υπέμεινε, έτσι, σφοδρά βασανιστήρια. Κρεμάστηκε από ένα δέντρο και δέχτηκε πλήθος χτυπημάτων. Παρά τις πληγές και την καταπόνηση του σώματός του, ο άγιος δεν έπαψε να δοξολογεί τον Θεό, έως ότου παρέδωσε το πνεύμα του.
Όταν το σώμα του ρίχτηκε στη φωτιά, μια αστραπή φώτισε την περιοχή, ενώ δυνατή βροχή έσβησε τις φλόγες, αφήνοντας το σώμα του άφθαρτο. Μόλις έπεσε το φως, οι πιστοί έκρυψαν και καθάρισαν το ιερό λείψανό του, από το οποίο άρχισαν να επιτελούνται θαυματουργικές θεραπείες.
Στον τόπο του μαρτυρίου του, χτίστηκε ναός προς δόξα και τιμή της Αγίας Τριάδας.
