Ο Όσιος Σεραφείμ γεννήθηκε στις 19 Ιουλίου 1759 στο Κουρσκ της Ρωσίας. Μεγάλωσε σε μια ευλαβή οικογένεια εμπόρων και είχε, ήδη από την παιδική του ηλικία, τη χάρη και τη φώτιση του Αγίου Πνεύματος. Είναι χαρακτηριστικό πως όταν κάποτε έπεσε από ένα καμπαναριό, σώθηκε θαυματουργικά χωρίς κανένα χτύπημα.
Όταν έφτασε την ηλικία των δεκαεπτά ετών αποφάσισε να εγκαταλείψει τον κόσμο. Έγινε μοναχός και πήρε το όνομα Σεραφείμ. Το 1786 έγινε ιερομόναχος και άρχισε να ζει ως ερημίτης. Σύμφωνα με την παράδοση, ο άγιος προσευχήθηκε πάνω σε μια πέτρα για χίλιες ημέρες και χίλιες νύχτες, δέχθηκε επιθέσεις από ληστές, το σώμα του υπέστη χτυπήματα και ασθένειες, όμως θεραπευόταν επανειλημμένως από την ίδια τη Θεοτόκο. Το 1810 αποσύρθηκε σε ένα κελλί. Εκεί, με προσευχή και κατάνυξη, κέρδισε τα δώρα της προόρασης και της θαυματουργίας.
Στις 25 Νοεμβρίου 1825, η Θεοτόκος του εμφανίστηκε και του ζήτησε να βγει από την απομόνωση. Ο Όσιος Σεραφείμ άρχισε τότε να δέχεται ανθρώπους, να τους παρηγορεί και να τους καθοδηγεί στον δρόμο του Θεού. Έλαβε ακόμη μέρος στην ίδρυση της Μονής Σαρώφ (Ντιβέγιεβο).
Κοιμήθηκε στις 2 Ιανουαρίου 1833, την ώρα που προσευχόταν. Με τη χάρη του προσώπου του πραγματοποιήθηκαν πλήθος θαυμάτων. Στις 19 Ιουλίου 1903 έγινε η ανακομιδή των λειψάνων του, τα οποία δοξάστηκαν και τιμήθηκαν από τους πιστούς.
Ο Όσιος Σεραφείμ άφησε πίσω του μια σπουδαία κληρονομιά διδασκαλιών, τονίζοντας τη σημασία της προσευχής και της ταπείνωσης. Αποτέλεσε περίτρανο παράδειγμα χριστιανικού βίου, καθώς στόχος της ζωής του ήταν η σχέση του με το πρόσωπο του Ιησού Χριστού.
Όπως συνήθιζε να λέει, είναι ψυχοφελές για τον κάθε πιστό να προσεύχεται διαρκώς και να συμμετέχει αδιαλείπτως στα μυστήρια της Εκκλησίας. Η ζωή του ήταν γεμάτη πνευματική χαρά, καλώντας κάθε χριστιανό στην ειρήνη και την αγάπη προς τον πλησίον.
