Ιερομόναχος
Ο Άγιος Ραφαήλ, κατά κόσμον Σειτσένκο Ροντιόν Ιβάνοβιτς, γεννήθηκε το 1891 στην επαρχία Κουρσκ. Αφού ολοκλήρωσε τη φοίτησή του στο εκκλησιαστικό σχολείο, εργάστηκε ως υποδηματοποιός. Το 1913, κλήθηκε στον στρατό, όπου υπηρέτησε μέχρι το 1918. Αφού αποστρατεύτηκε, έγινε δόκιμος στην Ιερά Μονή της Όπτινα στις 26 Αυγούστου 1918. Εκεί διακονούσε ως κτηνίατρος και ψάλτης.
Όταν, το 1923, η μονή έκλεισε, ο άγιος άρχισε να βγάζει τα προς το ζην μέσω της τέχνης της υποδηματοποιίας. Το 1928, πέρασε από τη μοναχική του κουρά και πήρε το όνομα Ραφαήλ. Το 1930, συνελήφθη με κατηγορίες για αντεπαναστατική δραστηριότητα και καταδικάστηκε σε 10 χρόνια καταναγκαστικών έργων. Πέρασε από τα στρατόπευδα Βίσερ και Ντμίτρι, όπου συνέχισε να ομολογεί την πίστη του.
Το 1943, αφέθηκε ελεύθερος εξαιτίας αναπηρίας. Ωστόσο, του απαγορευόταν να επιστρέψει στο Κοζέλσκ. Το 1944, χειροτονήθηκε ιερομόναχος και διορίστηκε ηγούμενος της Μονής της Ευαγγελίστριας. Αποκατέστησε την αδελφότητα και άρχισε να παρέχει βοήθεια σε όλους τους αναγκεμένους, ανοίγοντας τις πόρτες του κελλιού στον κόσμο.
Το 1949, συνελήφθη ξανά και κατηγορήθηκε για αντισοβιετική προπαγάνδα. Καταδικάστηκε, έτσι, σε 10 χρόνια φυλάκισης. Απελευθερώθηκε το 1955 και έγινε ο δεύτερος ιερέας της Εκκλησίας της Ευαγγελίστριας, όπου συνέχισε να υπηρετεί και να βοηθά τους ανθρώπους.
Κοιμήθηκε στις 19 Ιουνίου 1957 και τάφηκε στο Κοζέλσκ. Στις 17 Μαΐου 1989 η μνήμη του αποκαταστάθηκε, ενώ στις 22 Ιουνίου 2005, έγινε η ανακομιδή των λειψάνων του. Στις 11 Απριλίου 2006, έγινε η αγιοκατάταξή του μεταξύ των νεομαρτύρων και ομολογητών της ρωσικής ορθόδοξης Εκκλησίας.
