Κατά τη διάρκεια της βασιλείας των αυτοκρατόρων Διοκλητιανού και Μαξιμιανού, τρεις Χριστιανοί συνελήφθησαν στην Ταρσό της Κιλικίας και οδηγήθηκαν σε δίκη. Ο Τάραχος, ως μεγαλύτερος από όλους, ομολόγησε την πίστη του παρά τα σφοδρά βασανιστήρια που υπέστη. Όπως δήλωσε, το όνομα του Χριστιανού είναι πιο πολύτιμο από οποιοδήποτε άλλο όνομα. Ο ύπατος προσπάθησε να τον αναγκάσει να προσφέρει θυσίες στους θεούς των ειδωλολατρών, εκείνος όμως αρνήθηκε με σθένος, ομολογώντας πως υπηρετεί τον ένα και μοναδικό αληθινό Θεό. Μάλιστα, τόνισε πως η κάθε δοκιμασία ήταν για αυτόν ελπίδα για σωτηρία στην επουράνια Βασιλεία του Κυρίου.
Ο Πρόβος, ο δεύτερος μάρτυρας, ομολόγησε, επίσης, με θάρρος την πίστη του, απορρίπτοντας τις προτάσεις του υπάτου. Δήλωσε πως οι ταλαιπωρίες του ήταν παρηγοριά και πως δεν φοβόταν τα βάσανα, καθώς ήλπιζε στον Θεό.
Ο Ανδρόνικος στάθηκε, επίσης, ακλόνητος απέναντι στις απειλές. Υποστήριξε πως ποτέ δεν υπηρέτησε τα είδωλα και πως ήταν έτοιμος να υποστεί οποιαδήποτε οδύνη για την πίστη του. Η κάθε ταλαιπωρία για τον Χριστό του έφερνε χαρά.
Οι τρεις μάρτυρες υπήρξαν σπουδαία παραδείγματα πίστης και υπομονής. Εκτελέστηκαν, αποδεχόμενοι έναν μαρτυρικό θάνατο, παραμένοντας πιστοί στον Χριστό έως την τελευταία στιγμή. Τα σώματά τους τάφηκαν κρυφά, με τις προσευχές πιστών Χριστιανών.
