Ο Όσιος Ποιμήν ζούσε μαζί με τα άλλα δύο αδέλφια του σε μια μικρή μοναχική κοινότητα που είχαν δημιουργήσει στην Αίγυπτο. Ο ίδιος είχε αναλάβει τα καθήκοντα του ηγουμένου και οδηγούσε τους αδελφούς του στη σωτηρία μέσα από αυστηρή άσκηση και απομόνωση. Είναι χαρακτηριστικό πως αρνούνταν να συναντήσουν άλλους ανθρώπους, να συνανστραφούν με τον κόσμο και να συνομιλήσουν με τους πιστούς που τους πλησίαζαν γεμάτοι λαχτάρα.
Κάποτε, η μητέρα τους ήρθε στη σκήτη, θέλοντας να συναντήσει τα παιδιά της. Εκείνοι, επιθυμώντας να παραμείνουν αυστηρά προσηλωμένοι στην προσευχή αλλά και φοβούμενοι τη συγκίνηση που θα ένιωθαν όταν την έβλεπαν, αρνήθηκαν να της ανοίξουν την πόρτα. Ο Ποιμήν, ακούγοντας το κλάμα της, τόνισε πως είναι καλύτερα να τους συναντήσει ξανά στη μέλλουσα ζωή παρά σε αυτόν τον κόσμο.
Ο άγιος περνούσε τις ημέρες του με νηστεία και προσευχή, απόλυτα υποταγμένος στο θέλημα του Θεού.
Όταν ένας δικαστής της περιοχής θέλησε να τον γνωρίσει, εκείνος αρνήθηκε. Συνέλαβε τότε τον γιο της αδελφής του, ελπίζοντας πως θα τον έκανε να παρουσιαστεί ενώπιόν του ζητώντας έλεος. Η μητέρα του αγίου επισκέφτηκε και πάλι τη σκήτη, όμως κανείς δεν της άνοιξε. Όντας σε μεγάλη απόγνωση άρχισε να κατηγορεί τον άγιο για τη σκληρότητά του.
Ο Ποιμήν, γράφοντας μια επιστολή προς τον δικαστή, ανέφερε:
«Ἐξέτασον τὸν ἀνεψιόν μου κατὰ τοὺς νόμους. Εἶναι ἔνοχος; Τιμώρησέ τον. Ἐὰν ὅμως δὲν εἶναι, κᾶμε ὅπως θέλεις».
Ο δικαστής λύγισε μπροστά στη σοφία και την τόλμη του. Έτσι, αποφάσισε να απελευθερώσει τον νέο.
Ο άγιος συνέχισε να ζει στην έρημο, διδάσκοντας τους μοναχούς, ασκώντας την ταπεινοφροσύνη και τις υπόλοιπες αρετές. Όπως συνήθιζε να λέει, παραβλέποντας τις αμαρτίες των άλλων, μπορούμε να ελπίζουμε στη συγχώρεση και των δικών μας αμαρτιών. Τόνιζε την αληθινή μετάνοια, τη βαθιά πίστη και την ειλικρίνεια απέναντι στο πρόσωπο του Θεού.
Η Εκκλησία τιμά τη μνήμη του στις 27 Αυγούστου.
