Στις 27 Μαρτίου 1918, στο χωριό Γκνέζντοβο, στην επαρχία Βισνεβολότσκι του Τβερ, άρχισαν να κατάσχονται τμήματα της εκκλησιαστικής περιουσίας. Ο διοικητής της περιοχής και τα μέλη του κόκκινου στρατού κατέγραψαν τα εκκλησιαστικά αντικείμενα, παίρνοντας από τους ναούς ασήμι, χαλκό και χρήματα. Όταν οι αγρότες έπιασαν έναν από τους επαναστάτες, αυτός πνίγηκε στην προσπάθειά του να διαφύγει, γεγονός που θεωρήθηκε θεία τιμωρία.
Τον Απρίλιο, στη συνεδρίαση που συγκαλέστηκε, οι ενορίτες κατηγόρησαν τους στρατιώτες του κόκκινου στρατού για την παράνομη κατάσχεση. Ο Πέτρος Ζούκοφ και ο Πρόχορος Μιχαήλοφ υπερασπίστηκαν με θάρρος την εκκλησία. Οι επαναστάτες συνέλαβαν, τότε, περίπου τριάντα άτομα, τα οποία ξυλοκοπήθηκαν βάναυσα και στάλθηκαν στην επαρχιακή πόλη Βισνί Βολοτσέκ. Στο δρόμο, δέκα από αυτούς έχασαν τη ζωή του. Οι Άγιοι Πέτρος και Πρόχορος υπέμειναν σφοδρά βασανιστήρια, έως ότου εκτελέστηκαν.
Στις 8 Απριλίου, τα σώματα των σφαγιασθέντων τάφηκαν με μεγαλοπρέπεια στην ενορία τους. Ο Επίσκοπος Σεραφείμ του Τβερ τέλεσε μνημόσυνο σε όλη την επισκοπή, προσευχόμενος για τους νεομάρτυρες.
