Όταν ο Άγιος Βλαντίμιρ ήταν 28 χρονών, αρρώστησε βαριά. Ο γιος του, Μπόρις, βρισκόταν την περίοδο εκείνη μακριά. Επιστρέφοντας, έμαθε για τον θάνατο του πατέρα του, το σώμα του οποίου είχε κρύψει ο αδελφός του, Σβιατόπολκ. Ο Μπόρις, θρηνώντας για την απώλειά του, πλησίασε τον αδελφό του, ελπίζοντας πως θα αντλούσε από αυτόν βοήθεια.
Ο Σβιατόπολκ, ζηλεύοντας τον Μπόρις, σχεδίασε να τον σκοτώσει. Κάλεσε μερικούς άνδρες από το Βισεγκορόντ και τους διέταξε να τον δολοφονήσουν. Ο Άγιος Μπόρις, μη θέλοντας να αντιταχθεί στον αδελφό του, έκανε υπακοή σε ό,τι εκείνος του ζητούσε. Την ημέρα του Σαββάτου, προσευχόμενος, ένιωσε πως η ημέρα του θανάτου του πλησίαζε. Οι δολοφόνοι του ήρθαν τότε σε αυτόν και, παρά τις προσευχές και τα δάκρυά του, τον διαπέρασαν με τις ξιφολόγχες τους.
Πεθαίνοντας, ο Άγιος Μπόρις προσευχήθηκε στον Θεό να συγχωρέσει τους δολοφόνους του και να δώσει ειρήνη στην ψυχή του αδελφού του. Το σώμα του θάφτηκε μυστικά στο Βισεγκορόντ. Ο Σβιατόπολκ, μη μετανοώντας για την πράξη του, συνέχισε να ασελγεί, έως ότου νικήθηκε από τον Γιαροσλάβ, τον αδελφό του Μπόρις και του Γκλέμπ.
Ο Άγιος Γκλέμπ, ακούγοντας για τον θάνατο του Μπόρις, λυπήθηκε πολύ. Ο ίδιος έπεσε, επίσης, θύμα του Σβιατόπολκ. Δολοφονήθηκε ενώ βρισκόταν στα ανοιχτά, μέσα σε μια βάρκα. Το σώμα του εγκαταλήφθηκε σε έναν έρημο τόπο. Αργότερα, όταν ο Γιαροσλάβ ανέβηκε στην εξουσία, εντόπισε τα σώματα των αγίων αδελφών και τα μετέφερε με τιμές στο Βισεγκορόντ.
Τα σώματα των αγίων έμειναν άφθαρτα, ενώ μέσω αυτών πραγματοποιήθηκε πλήθoς θαυμάτων. Ο Άγιος Μπόρις και ο Άγιος Γκλέμπ δοξάστηκαν ως άγιοι μάρτυρες. Η μνήμη τους τιμάται από τη Ρωσική Εκκλησία.
