Ιερομόναχος
Ο Όσιος Παμβώ έζησε έως τα βαθιά γεράματα ως ερημίτης, κοντά στο όρος της Νιτρίας στην Αίγυπτο. Είχε φόβο Θεού, ήταν γεμάτος με σεβασμό και με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος. Στήριζε τον βίο του σε τρεις δραστηριότητες, τη νηστεία, τη σιωπή και το εργόχειρό του.
Όντας αγράμματος, πλησίασε κάποτε έναν αδελφό για να μάθει τους Ψαλμούς. Ακούγοντας τον πρώτο στίχο του τριακοστού όγδοου Ψαλμού, έφυγε αποφασιστικά, αναγνωρίζοντας πως και τα λίγα αυτά λόγια ήταν αρκετά, εάν κατάφερνε να τα έχει ως φάρο στον βίο του. Στοχαζόταν και μελετούσε τον συγκεκριμένο στίχο για δεκαεννέα χρόνια, έως ότου ένιωσε πως κατάφερε να τον εκπληρώσει.
Αργότερα, έγινε με τη σοφία του δάσκαλος για άλλους μοναχούς. Συγκέντρωσε, έτσι, γύρω του μαθητές, μεταξύ των οποίων ήταν ο Διοσκόρος, ο Αμμώνιος, ο Ευσέβιος και ο Ευφήμιος. Περιφρονούσε τα υλικά αγαθά, τα χρήματα, το χρυσάφι και το ασήμι. Αρνούνταν να δεχτεί δώρα και μοίραζε ό,τι του προσέφεραν στους φτωχούς. Ήταν γνωστός για την ταπεινοφροσύνη του και τη φροντίδα που έδειχνε προς τους άλλους. Προτεραιότητά του παρέμενε πάντοτε ο συνάνθρωπος, ενώ περιφρονούσε τον εαυτό του και απαξιούσε για τις δικές του ανάγκες.
Ο Άγιος Παμβώ δεν γέλασε ποτέ. Το βλέμμα του ήταν πάντα γεμάτο συγκίνηση και περισυλλογή. Ήταν προσεκτικός στις συζητήσεις του και έδινε απαντήσεις μόνο μετά από πολλή σκέψη. Μεταξύ άλλων, είχε κάποτε ένα όραμα με δύο αδελφούς του, τον Παΐσιο και τον Ησαΐα, τους οποίους είδε να στέκονται στον παράδεισο μεταξύ των αγίων.
Κοιμήθηκε γαλήνια, χωρίς να υποφέρει από κάποια ασθένεια, αφήνοντας πίσω του ένα σπουδαίο παράδειγμα θεάρεστου βίου.
