Ο Άγιος Κωνσταντίνος γεννήθηκε στο νησί της Λέσβου από μουσουλμάνους γονείς. Από την παιδική του ηλικία ήταν καλοσυνάτος και γεμάτος αθωότητα. Όταν ήταν ακόμη παιδί δηλητηριάστηκε και κινδύνεψε να χάσει τη ζωή του. Ωστόσο, θεραπεύτηκε χάρη σε μια ευσεβή χριστιανή γυναίκα, που τον έλουσε με αγιασμένο νερό. Αργότερα έζησε στη Σμύρνη, όπου άρχισε να μελετά τον χριστιανισμό, να αλληλεπιδρά με τους πιστούς και να συμμετέχει σε πνευματικές συζητήσεις. Τελικά, πίστεψε στον Χριστό, έχοντας εντρυφήσει στην Αγία Γραφή και τα πατερικά κείμενα της Εκκλησίας.
Κατά τη διάρκεια μιας σφοδρής επιδημίας, έπεσε στην πορνεία, προσπαθώντας να επιβιώσει. Σύντομα μετάνιωσε και μετέβη στο Άγιον Όρος, όπου έγινε χριστιανός και άρχισε να ασκείται. Οι γέροντες του αρνήθηκαν πολλές φορές την ένταξη στη μοναχική κοινότητα. Τελικά, έγινε δεκτός στα Καυσοκαλύβια.
Εμπνευσμένος από τους βίους των αγίων, θέλησε να μαρτυρήσει και ο ίδιος για την πίστη του στον Χριστό. Επέστρεψε στον κόσμο και κατευθύνθηκε προς τη Μαγνησία, προκειμένου να συναντήσει την αδερφή του και να την πείσει να ενστερνιστεί τον χριστιανισμό. Στον δρόμο, αναγνωρίστηκε και συνελήφθη από Τούρκους. Κατά τη διάρκεια της ανάκρισης, ομολόγησε με θάρρος την πίστη του, για την οποία υπέστη σφοδρά βασανιστήρια. Παρά τους πόνους και τις ταλαιπωρίες, δεν έπαψε ποτέ να δοξολογεί τον Τριαδικό Θεό.
Στάλθηκε, τελικά, στην Κωνσταντινούπολη, όπου συνέχισε να υποφέρει για τον Χριστό. Καταδικάστηκε σε θάνατο και κοιμήθηκε στις 2 Ιουνίου 1819. Το σώμα του τάφηκε κρυφά, μέσα σε ένα μουσουλμανικό κοιμητήριο, προκειμένου οι χριστιανοί της περιοχής να μην μπορέσουν να τον τιμήσουν για το μαρτύριό του.
Μετά την ταφή του, άρχισε να επιτελείται από τα ρούχα του πλήθος θαυμάτων.
