Πρεσβύτερος
Ο Άγιος Μάρτυρας Νικόλαος γεννήθηκε το 1876 στην πόλη Βέλσκ της επαρχίας Βολογόντα, στην οικογένεια του αγρότη Κωνσταντίνου Κουλάκοβ. Αφού ολοκλήρωσε το διτάξιο δημοτικό σχολείο του Βέλσκ, υπηρέτησε ως βοηθός λογιστής στο επαρχιακό ζεμσβό της Βολογόντα και στη συνέχεια ως γραμματέας. Το 1912, χειροτονήθηκε ιερέας από τον Επίσκοπο Αντώνιο του Βέλσκ.
Από το 1913, υπηρέτησε στην εκκλησία του Μητροπολιτικού Υποδρόμου στην Αγία Πετρούπολη, εκτελώντας τα καθήκοντα του γραμματέα του Αρχιεπισκόπου Νικολάου της Βολογόντα. Μετά το κλείσιμο του υποδρομίου, συνέχισε τη διακονία του στον Καθεδρικό Ναό του Βλαντιμίρ και στη συνέχεια στην Εκκλησία της Προστασίας στην οδό Μπορόβαγια. Στο ποιμαντικό του έργο, ο Άγιος Μάρτυρας Νικόλαος εκπαίδευε ενεργά τους ενορίτες στο πνεύμα του Ευαγγελίου και των έργων των Αγίων Πατέρων.
Στις 22 Δεκεμβρίου 1933, συνελήφθη και φυλακίστηκε σε μία από τις φυλακές της Λένινγκραντ. Στο κατηγορητήριο αναφερόταν η σύνδεσή του με μια εκκλησιαστική-μοναρχική οργάνωση που δήθεν συμμετείχε σε αντεπαναστατική δραστηριότητα. Ο Άγιος Μάρτυρας Νικόλαος εξέφραζε ανοιχτά τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις, θεωρώντας τον εαυτό του μοναρχικό και αφοσιωμένο στην υπόθεση της ενωμένης Ορθόδοξης Εκκλησίας.
Στις 25 Φεβρουαρίου 1934, η τριάδα του ΟΓΠΟΥ τον καταδίκασε σε πέντε χρόνια φυλάκισης σε στρατόπεδο καταναγκαστικών έργων και στάλθηκε στο Σεββοστόκλαγκ. Στο στρατόπεδο, αντιστάθηκε στην πίεση του ανακριτή, αρνούμενος να επιβεβαιώσει ψευδείς μαρτυρίες για αντεπαναστατική ομάδα.
