Μοναχός
Άγιος Νικήφορος (στον κόσμο Νικόλαος Τζανακάκης) γεννήθηκε το 1890 στο νησί της Κρήτης σε μια ευλαβή οικογένεια. Σε ηλικία 13 ετών, οι γονείς του τον έστειλαν να μάθει την τέχνη του κουρέα στην πόλη Χανιά, όπου εμφανίστηκαν τα πρώτα σημάδια λέπρας.
Στα 16 του, όταν η ασθένεια έγινε εμφανής, ο Νικόλαος μετακόμισε στην Αλεξάνδρεια, συνεχίζοντας να εργάζεται ως κουρέας. Κατόπιν συμβουλής ενός ιερέα, πήγε στο νησί Χίος, όπου υπήρχε λέπροκομείο που είχε ιδρύσει ο Άγιος Ανθύμιος. Στη Χίο, το 1914, ο Νικόλαος μονάστηκε με το όνομα Νικήφορος και έγινε ο πρώτος ψάλτης στην εκκλησία, εκτελώντας εργασίες στους κήπους και στα χωράφια. Αργότερα, έχασε την όρασή του λόγω της ασθένειας.
Το 1957, όντας σχεδόν τυφλός και κατάκοιτος, ο γέροντας μεταφέρθηκε στην αντιλεπροκομειακή σταθμό της Αγίας Βαρβάρας στην Αθήνα. Ο άγιος εκοιμήθη στον Κύριο στις 4 Ιανουαρίου 1964, σε ηλικία 74 ετών. Ο σεβάσμιος, που υπέμεινε τα βάσανά του με απόλυτη ταπεινοφροσύνη και σε συνεχή προσευχή, απέκτησε πολλά χαρίσματα. Για την υπομονή και την αγάπη του προς τους πλησίον, ο Κύριος χάρισε στον Νικήφορο το χάρισμα της προφητείας και της παρηγοριάς των πασχόντων. Μετά τον θάνατό του, από τα λείψανά του ανέδυε άρωμα, και πολλά θαύματα που συνέβησαν μέσω των προσευχών του αγίου καταγράφηκαν από τον μαθητή του, πατέρα Ευμένιο.
