Ο Όσιος Μωυσής ο Ούγγρος υπηρετούσε τον πρίγκιπα της Ρωσίας, Άγιο Μπόρις, καθώς και τον αδελφό του Γεώργιο. Όταν ο πρίγκιπας δολοφονήθηκε, οι αξιωματούχοι και οι άνθρωποι που ζούσαν κοντά του κυνηγήθηκαν. Ο Όσιος Μωυσής ήταν ο μόνος που κατάφερε να διαφύγει και να κρυφτεί.
Όταν τελικά ο Σβιατοπόλκ, ο δολοφόνος του πρίγκιπα, μπήκε στην Πολωνία, όπου είχε βρει καταφύγιο ο άγιος, τον συνέλαβε και τον κράτησε αιχμάλωτο για 5 χρόνια.
Όσο ήταν στη φυλακή, με τη νεότητα και την ομορφιά του, τράβηξε την προσοχή μιας πλούσιας και εξίσου όμορφης χήρας. Αυτή είχε χάσει τον σύζυγό της και βλέποντας τον νεαρό Μωυσή θέλησε να τον κάνει δούλο της. Του υποσχέθηκε την ελευθερία του, εφόσον αυτός θα δεχόταν να σταθεί κοντά της ως σύντροφος.
Ο άγιος είχε αποφασίσει να αφιερώσει τη ζωή του στον μοναχισμό, διατηρώντας την καθαρότητά του και αποφεύγοντας κάθε είδους πάθος. Αρνήθηκε έτσι την πρόταση της γυναίκας. Η τελευταία επέμεινε και προσπάθησε με κάθε τρόπο να τον μεταπείσει. Όταν κατάλαβε πως δεν θα κατάφερνε να τον κάνει να δεχτεί την πρότασή της, χρησιμοποίησε άδολα μέσα, πληρώνοντας έναν φρουρό και εξαγοράζοντας την ελευθερία του αγίου.
Από τότε ζούσε κοντά της, προσευχόμενος, νηστεύοντας και μένοντας μακριά από κάθε πάθος. Η γυναίκα, εξοργισμένη με την απόσταση που διατηρούσε ο άγιος ανάμεσά τους, χρησιμοποίησε κάθε απειλή για να τον παρασύρει, έως ότου διέταξε τον άγριο βασανισμό του.
Στην επανάσταση που ξέσπασε, η χήρα δολοφονήθηκε. Ο Όσιος Μωυσής μετέβη τότε στη μονή των Σπηλαίων του Κιέβου, όπου έζησε ως μοναχός, θαυματουργούσε και θεράπευε τους ανθρώπους από κάθε είδους σακρικό πάθος.
Στις 26 Ιουνίου του 1043 κοιμήθηκε και τάφηκε με τιμές στο μοναστήρι όπου ασκήτευσε.
