Ο Μακάριος Μωϋσής ο Ούγγρος ήτο αγαπητός του Αγίου Πρίγκιπος Βoris και υπηρετούσε αυτόν συν τω αδελφώ αυτού Γεωργίω, ος απέθανεν συν τω πρίγκιπι φρουρών αυτόν. Μετά την τελευτήν του πρίγκιπος, ο Μωϋσής κατέφυγε εις Κίεβον, προσευχόμενος τω Θεώ, έως ο πρίγκιψ Γιαροσλάβος νικήση τον Σβιατοπόλκον. Το 1018, ότε ο Πολωνός βασιλεύς Βολεσλάβος κατέλαβε Κίεβον, ο Άγιος Μωϋσής μετ’ άλλων αιχμαλωτίσθη και ωκονίσθη εις Πολωνίαν.
Υψηλός και ευειδής, ο Άγιος Μωϋσής επέστρεψε την προσοχήν μιᾶς πλουσίας Πολωνίδος χηρείας, ήτις ενέκαυσε ερωτικώ πυρί δι’ αυτόν και ηθέλησε να τον ποιήση σύζυγον, λυτρωσάμενον εκ του αιχμαλωσίας. Ο Άγιος Μωϋσής αρνήθη κατηγορηματικώς να ανταλλάξη αιχμαλωσίαν με δουλείαν γυναικός. Μακροχρόνιον όνειρον αυτού ήτο η υιοθέτησις Αγγελικού σχήματος. Ωστόσο, παρά την άρνησιν, η Πολωνίς ανηγόρασε τον αιχμάλωτον. Υπέβαλε αυτόν εις βαρέα μαρτύρια και μαστιγώσεις, αλλά εκείνος δεν υπέκυψε εις πειρασμούς και συνετήρει προσευχήν και νηστείαν.
Εν Πολωνία εξεσηκώθη επανάστασις, καθ’ ήν η χηρεία εφονεύθη. Αναλαβών εκ των τραυμάτων, ο Πρέσβυς Μωϋσής ήλθεν εις το Πεκέρσκι Μοναστήριον, φέρων επί εαυτού τα μαρτυρικά τραύματα και τον στέφανον της ομολογίας ως νικητήν και ανδρείον στρατιώτην Χριστού. Ο Πρέσβυς Μωϋσής ησκήθη εν Πεκέρσκι Μοναστηρίω 10 έτη, εκοιμήθη περί το 1043 και ετάφη εν τοις Νεαροτέροις Σπηλαίοις. Διά ψηλαφήσεως των ιερών λειψάνων του Πρέσβυς Μωϋσέως και ζεστης δεήσεως προς αυτόν, οι Πεκέρσκοι μοναχοί εθεραπεύοντο εκ σαρκικών πειρασμών.
