Ο άγιος μάρτυρας Μιχαήλ προερχόταν από την Έδεσσα και ήταν γιος χριστιανών γονέων. Μετά τον θάνατό τους, μοίρασε όλα τα υπάρχοντά του στους φτωχούς και μετέβη στην Ιερουσαλήμ, όπου επισκέφθηκε τους Αγίους Τόπους και έγινε μοναχός στη μονή του Αγίου Σάββα.
Αργότερα, ταξιδεύοντας και πάλι για να πουλήσει τα εργόχειρα των μοναχών, συναντήθηκε με τον ευνούχο της βασίλισσας Σείδας. Η τελευταία, βλέποντας τον νεαρό τότε μοναχό, έγινε απέναντί του προκλητική. Ωστόσο, ο Μιχαήλ αρνήθηκε και διατήρησε την αγνότητά του, δηλώνοντας πως υπηρετεί τον Κύριο και δεν επιθυμεί τίποτα που να διαταράσσει την πνευματική του διαύγεια.
Η βασίλισσα οργισμένη διέταξε να βασανιστεί και να αποσταλεί στον βασιλιά, ο οποίος προσπάθησε να τον πείσει να ενστερνιστεί τον μουσουλμανισμό. Ο άγιος απάντησε με θάρρος πως δεν θα εγκατέλειπε ποτέ τον Θεό του και ζήτησε είτε να τον απελευθερώσουν είτε να τον αποκεφαλίσουν.
Ο βασιλιάς ντροπιασμένος διέταξε να τον θανατώσουν με δηλητήριο, όμως ο άγιος επιβίωσε θαυματουργικά. Τελικά, διατάχθηκε ο αποκεφαλισμός του στην Ιερουσαλήμ.
Οι μοναχοί της μονής του Αγίου Σάββα ενταφίασαν το σώμα του με τιμές, δοξάζοντας τον Χριστό.
