Ο Άγιος Μάξιμος ο Γραικός, γιος ενός πλούσιου Έλληνα ευγενή, έλαβε εξαιρετική μόρωση, ταξιδεύοντας σε ολόκληρη την Ευρώπη. Αφού έγινε μοναχός στο Άγιον Όρος, μελέτησε πλήθος αρχαίων χειρογράφων.
Κάποτε, ο Μέγας Δούκας της Μόσχας, Βασίλειος Ιωάννου, τον κάλεσε να μεταφράσει τα εκκλησιαστικά βιβλία. Ο άγιος εργάστηκε επιμελώς, όμως οι ανακρίβειες και οι διαφωνίες ως προς τις μεταφράσεις τον έφεραν σε σύγκρουση με τον Μητροπολίτη Δανιήλ. Αρνούμενος να μεταφράσει την εκκλησιαστική ιστορία του Θεοδώρου, ρίχτηκε στη φυλακή. Εκεί, με τη φώτιση της Θείας Χάρης, συνέθεσε έναν κανόνα για το Άγιο Πνεύμα.
Μετά από έξι χρόνια κράτησης, στάλθηκε στην πόλη του Τβερ, όπου έζησε υπό εκκλησιαστική απαγόρευση. Συνέχισε να γράφει και να εργάζεται. Μόνο μετά από είκοσι χρόνια του επιτράπηκε να ζήσει ελεύθερος.
Την τελευταία περίοδο του βίου του την πέρασε στη Λαύρα της Αγίας Τριάδος και του Αγίου Σεργίου, όπου συνέχισε να μεταφράζει το ιερό Ψαλτήριο. Κοιμήθηκε στις 21 Ιανουαρίου 1556 και τάφηκε κοντά στον βορειοδυτικό τοίχο του ναού της Λαύρας. Στο μνήμα του συνέβησε πλήθος θαυμάτων.
