Ηγούμενος
Ο Άγιος Μακάριος γεννήθηκε το 1605 στην πόλη Οβρούχ, στη Βολυνία, σε ευγενή οικογένεια των Τοκαρέβσκι. Από το 1614 έως το 1620, σπούδασε στην Ιερά Μονή της Κοιμήσεως του Οβρούχ και έγινε μοναχός αυτής της μονής. Το 1625, με την ευλογία του αρχιμανδρίτη, μετακόμισε στη Μονή Κουπυατίτς Πίνσκ. Το 1630, χειροτονήθηκε σε ιεροδιάκονο και το 1632 – σε ιερομόναχο. Το 1638, διορίστηκε ηγούμενος της Μονής Αναστάσεως Καμενέτς. Από το 1642, καθοδήγησε την αδελφότητα της Μονής Κουπυατίτς και από το 1660 – της Ιεράς Μονής της Κοιμήσεως του Οβρούχ.
Για περισσότερα από δέκα χρόνια, αγωνίστηκε κατά των Λατίνων-Πολωνών στο Οβρούχ. Το 1671, μετά την καταστροφή του Οβρούχ από τους Τατάρους, ο Αρχιμανδρίτης Μακάριος εγκατέλειψε τη μονή και πήγε στη Λαύρα του Κιέβου-Πετσέρσκ. Αργότερα, διορίστηκε ηγούμενος της Μονής Κανίβ, όπου συνέχισε να υπερασπίζεται την Ορθοδοξία.
Έπαθε μαρτυρικό θάνατο στις 4 Σεπτεμβρίου 1678, από τους Τούρκους που επιτέθηκαν στη μονή. Ο Άγιος Μακάριος συνάντησε τους εχθρούς με τον σταυρό στα χέρια. Οι Τούρκοι τον κρέμασαν από τα χέρια και τα πόδια μεταξύ δύο κολώνων. Μετά από δύο ημέρες, του έκοψαν το κεφάλι. Μάρτυρες του μαρτυρίου του έφεραν το σώμα του στην εκκλησία της μονής, όπου κρύφτηκαν από τους εχθρούς. Οι Τούρκοι έκαψαν την εκκλησία με αυτούς που είχαν καταφύγει μέσα. Όταν οι κάτοικοι του Κανίβ εξέτασαν τα σώματα των νεκρών, μόνο το σώμα του Αγίου Μακαρίου βρέθηκε άθικτο, σαν να ήταν ζωντανό, και θάφτηκε στις 8 Σεπτεμβρίου 1678, κάτω από το θυσιαστήριο στην ίδια εκκλησία.
