Επίσκοπος
Την περίοδο της ειδωλολατρίας, ζούσε στην Αλεξάνδρεια ένας ευγενής άνδρας με το όνομα Ευδίκιος. Ήταν σοφός και ενάρετος. Ο Άγιος Λεύκιος ήταν γιος του και είχε μεγαλώσει με την ίδια θεοσέβεια. Μετά τον θάνατο της μητέρας του, ο πατέρας του τον έστειλε να μαθητεύσει στη μονή του Αγίου Ερμή, όπου αναδείχθηκαν οι εξαιρετικές του πνευματικές ικανότητες και αρετές.
Όταν έγινε δεκαεπτά ετών, οι αδελφοί της μονής τον επέλεξαν ως ηγούμενο. Παρά την απροθυμία του, αναγκάστηκε να αποδεχτεί τη θέση. Την ίδια εποχή, στη Ρώμη επικρατούσε η ειδωλολατρία, καθώς οι χριστιανοί είχαν εξοριστεί.
Τη μέρα της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, ο πατέρας του, Ευδίκιος, βίωσε μια θεϊκή αποκάλυψη, που τον πληροφόρησε σχετικά με τον θάνατό του και την άνοδο του γιου του στον επισκοπικό θρόνο. Ο άγιος πήρε, έτσι, το όνομα Λεύκιος, χειροτονήθηκε και άρχισε να επιτελεί θαύματα, φροντίζοντας όσους είχαν ανάγκη και θεραπεύοντας τις ασθένειές τους. Απελευθέρωσε έναν άνθρωπο από τα δαιμόνια που τον ταλαιπωρούσαν και ανέστησε νεκρούς, γεγονός που οδήγησε στη μεταστροφή πολλών ανθρώπων στον χριστιανισμό.
Όταν ο Σατουρνίνος σχεδίασε έναν νέο διωγμό κατά των χριστιανών, ο Άγιος Λεύκιος, έχοντας πληροφορηθεί τον κίνδυνο με τρόπο θαυματουργικό, έφυγε. Μετέβη στην Απουλία και στο Σαλέντο της Κάτω Ιταλίας, όπου έδρασε ιεραποστολικά. Βάπτισε πολλούς ανθρώπους, συμπεριλαμβανομένου του πρίγκιπα Αντίοχου, και ίδρυσε εκκλησίες.
Κοιμήθηκε στις 11 Ιανουαρίου. Τα λείψανά του φυλάχθηκαν στον ναό, όπου άρχισαν να συντελούνται πολλά θαύματα προς δόξα και τιμή της Αγίας Τριάδας.
