Η Αγία Χριστίνα η Μεγαλομάρτυρας καταγόταν από την Τύρο της Συρίας. Ο πατέρας της ήταν στρατηγός και είχε το όνομα Ουρβανός. Από τη νεαρή της ηλικία, η κοπέλα ήταν γεμάτη αρετές και αγάπη για το πρόσωπο του Θεού. Ο πατέρας της, θέλοντας να προστατεύσει την ομορφιά της, έφτιαξε έναν ψηλό πύργο και την κλείδωσε εκεί, επιβάλλοντάς της τη λατρεία των ειδώλων.
Η αγία, συνειδητοποιώντας την άψυχη υπόστασή τους και το ψεύδος του παγανισμού, άρχισε να προσεύχεται στον έναν αληθινό Θεό. Σύντομα, άγγελος Κυρίου εμφανίστηκε μπροστά της, ενίσχυσε την πίστη της και τη γέμισε με θάρρος.
Όταν ο πατέρας της έμαθε πως είχε απαρνηθεί τα είδωλα, αποφάσισε να την τιμωρήσει σκληρά. Η μητέρα της προσπάθησε να την πείσει να επιστρέψει στη θρησκεία που της επιβάλλονταν, όμων η Αγία Χριστίνα απέρριπτε με αδιαλλαξία τα λόγια της, δηλώνοντας πως η ζωή της ήταν αφιερωμένη στον Ιησού Χριστό. Ο πατέρας της, αδυνατώντας να λυγίσει το πνεύμα της, διέταξε να την υποβάλλουν σε φριχτές ταλαιπωρίες και εξευτελισμούς.
Το σώμα της έμενε αναλλοίωτο από τα χτυπήματα και τις φλόγες. Ακόμη και όταν ρίχτηκε στη θάλασσα, με μια πέτρα δεμένη γύρω από τον λαιμό της, εκείνη περπάτησε στην επιφάνεια του νερού. Μάλιστα, σύμφωνα με την παράδοση, αυτή ήταν και η στιγμή της βαπτίσεώς της.
Οι κυβερνήτες που ήρθαν στην εξουσία την καταδίωξαν και τη βασάνισαν ο ένας μετά τον άλλον. Όταν αφέθηκε ελεύθερη, κατέστεψε τα ιερά και τα είδωλα του Απόλλωνα, πράγμα για το οποίο κυνηγήθηκε, έως ότου συνελήφθη εκ νέου.
Έχασε τη ζωή της από τις αιχμηρές λόγχες που διαπέρασαν το σώμα της. Παρέδωσε, έτσι, την ψυχή της στα χέρια του Κυρίου. Το λείψανό της τάφηκε με τιμές, κάνοντας πολλούς να πιστέψουν στον Χριστό.
