Ο Άγιος Μάρτυρας Ιουστίνος ο Φιλόσοφος γεννήθηκε στη Φλαβία Νεάπολη της Παλαιστίνης. Ο πατέρας του, Πρίσκος Βάκχιος, ήταν ένας από τους πιο αυστηρούς ειδωλολάτρες. Ο Ιουστίνος, γεμάτος λαχτάρα για την αλήθεια, ήταν από νεαρή ηλικία ιδιαίτερα φιλομαθής. Διακρινόταν για την ευφυΐα και την οξυδέρκειά του στις διάφορες επιστήμες. Μελετούσε τη φιλοσοφία, ακολουθώντας διαφορετικές σχολές και θεωρίες, όπως του Πλάτωνα, του Αριστοτέλη, των Στωικών κ.ά. Ωστόσο, δεν κατάφερνε να βρει την απάντηση που αναζητούσε για την ύπαρξη και την ουσία του Θεού.
Μια μέρα, ενώ περπατούσε, συνάντησε έναν σεβάσμιο γέροντα, ο οποίος τον καθοδήγησε στον δρόμο της αληθινής σοφίας και τον προέτρεψε να προσεύχεται στον έναν και μοναδικό αληθινό Θεό. Μετά τη συνάντηση αυτή, ο Άγιος Ιουστίνος άρχισε να μελετάει τα ιερά κείμενα του χριστιανισμού, πίστεψε στον Τριαδικό Θεό και βαπτίστηκε.
Κήρυξε την αλήθεια του Ευαγγελίου, μεταστρέφοντας τους απίστους, και ίδρυσε στη Ρώμη σχολές, όπου δίδασκε την αληθινή χριστιανική φιλοσοφία. Αντιτάχθηκε στους αιρετικούς, συμπεριλαμβανομένου του Μαρκίωνα, καθώς και του ειδωλολάτρη φιλοσόφου Κρέσκεντα, ο οποίος συκοφαντούσε τους χριστιανούς. Παρά το μίσος και τις απειλές που δεχόταν, ο άγιος συνέταξε την απολογία των χριστιανιών, υπερασπιζόμενος την πίστη και τη ζωή τους. Ο αυτοκράτορας Αντωνίνος, αφού διάβασε την επιστολή, αποφάσισε όχι μόνο να μην καταδικάσει τον Ιουστίνο αλλά και να απελευθερώσει όλους τους κρατούμενους πιστούς.
Έπειτα από το γεγονός αυτό, ο Ιουστίνος συνέχισε να κηρύττει. Ωστόσο, μετά από ψευδείς κατηγορίες εναντίον του, συνελήφθη και, παρά την αθωότητά του, καταδικάστηκε σε θάνατο. Ολοκλήρωσε έτσι μαρτυρικά τον βίο του, αφήνοντας πίσω του μια σπουδαία παρακαταθήκη συγγραμάτων και δοξολογίας του Τριαδικού Θεού.
