Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του αυτοκράτορα Αντωνίνου, οι ειδωλολάτρες υποχρέωναν τους χριστιανούς να προσφέρουν θυσίες στους θεούς, απειλώντας τους με βασανιστήρια και θάνατο. Στην Καμπανία, την εποχή εκείνη, ήταν έπαρχος ο Φλαβιανός, ο οποίος μισούσε τους χριστιανούς. Έδωσε έτσι εντολή να συλληφθούν όλοι οι πιστοί.
Ο νεαρός τότε Ιουλιανός, με καταγωγή από τη Δαλματία, έφτασε στην Καμπανία. Συναντώντας στον δρόμο του τους στρατιώτες του Φλαβιανού, δήλωσε με θάρρος πως ήταν χριστιανός. Εκείνοι τον συνέλαβαν και τον οδήγησαν στον έπαρχο, χτυπώντας τον και βασανίζοντάς τον.
Ο άγιος, όντας πρόθυμος να υποφέρει για τον Θεό, εκδήλωσε με θάρρος την πίστη του και ρίχτηκε στη φυλακή, όπου πέρασε επτά ημέρες χωρίς τροφή. Στο διάστημα αυτό, άγγελος Κυρίου κατέβαινε από τον ουρανό, τον φρόντιζε και ενίσχυε το πνεύμα του.
Στη δίκη, ο κυβερνήτης, βλέποντας την ομορφιά και το θάρρος του νεαρού άντρα, προσπάθησε να τον πείσει να απαρνηθεί τον Χριστό και να σώσει τη ζωή του. Ο άγιος απάντησε πως ο σταυρός του Κυρίου ήταν η ουσία της ύπαρξής του και πως ήταν έτοιμος να πεθάνει για Αυτόν. Υποβλήθηκε έτσι σε φριχτά βασανιστήρια, ενώ συνέχισε να προσεύχεται.
Ο έπαρχος, οργισμένος, διέταξε τον αποκεφαλισμό του. Πριν από τον θάνατό του, ο Άγιος Ιουλιανός προσευχήθηκε, ευχαριστώντας τον Θεό για την ευκαιρία που του είχε δώσει να ομολογήσει την πίστη του στο όνομά Του.
