Επίσκοπος
Ο Άγιος Ιεσσαί, Επίσκοπος Τσιλκάνι, γεννήθηκε στην Αντιόχεια της Συρίας σε μια ευσεβή χριστιανική οικογένεια. Από μικρή ηλικία θέλησε να αφιερωθεί σε μια πνευματική ζωή. Έτσι, φτάνοντας στην ενηλικίωση, μετέβη σε μία από τις μονές της Αντιόχειας, όπου αγωνίστηκε υπό την καθοδήγηση του Αγίου Ιωάννη του Ζεδαζνί.
Επιλέχτηκε μεταξύ των 13 αγίων Συρίων πατέρων που ταξίδεψαν στη Γεωργία. Εκεί δίδαξε τον λαό και καθοδήγησε τους πιστούς σε έναν ευσεβή βίο, αποτελώντας παράδειγμα αγιότητας και θεραπεύοντας τους ασθενείς.
Όταν ο οσιακός αγώνας των αγίων πατέρων έγινε γνωστός, ο Καθολικός Αρχιεπίσκοπος Γεωργίας, Ευλάβιος, πρότεινε στο συμβούλιο των επισκόπων να εκλέξουν μερικούς από αυτούς σε για τη διοίκηση των επισκοπών. Ο Άγιος Ιεσσαί διορίστηκε, τότε, στην επισκοπή Τσιλκάνι. Φτάνοντας στη μητρόπολή του, έμεινες έκπληκτος από τις ειδωλολατρικές συνήθειες των κατοίκων. Σταδιακά αποκατέστησε την πίστη και την ευσέβειά τους, κηρύσσοντας ακούραστα τον λόγο του Θεού και τελώντας ανελλιπώς τη Θεία Λειτουργία.
Οι κόποι του απέφεραν καρπούς. Η ορθόδοξη πίστη καθιερώθηκε στην επισκοπή Τσιλκάνι. Ο άγιος απέκτησε, ακόμη, τα δώρα της νοεράς προσευχής και των θαυμάτων. Δίδαξε, επίσης, μεταξύ των Οσσετών και των υπόλοιπων λαών της ορεινής περιοχής της χώρας.
Είχε το χάρισμα της προόρασης και προείδε το γεγονός του θανάτου του. Συγκέντρωσε τον κλήρο και τους ποιμένες της Εκκλησίας, συνομίλησε μαζί τους και παρέδωσε την ψυχή του στον Κύριο. Η κοίμησή του έγινε κατά τα τέλη του 6ου αιώνα, στις 18 Αυγούστου. Τα άγια λείψανά του τάφηκαν στον ναό της Υπεραγίας Θεοτόκου στην Τσιλκάνι. Η Εκκλησία όρισε ως ημέρα εορτασού της μνήμης του τις 2 Δεκεμβρίου.
