Ο μάρτυρας Ιππόλυτος ήταν ο αρχηγός των φυλακών στη Ρώμη κατά την εποχή των Δεκίου και Βαλεριανού. Μεταστραφείς στον Χριστό από τον μάρτυρα Λαυρέντιο, έθαψε το σώμα του. Ο αυτοκράτορας συνέλαβε τον Ιππόλυτο και, γελώντας, ρώτησε για το σώμα του Λαυρέντιου. Ο άγιος ομολόγησε ότι ήταν χριστιανός και ξυλοκοπήθηκε σφοδρά. Ο αυτοκράτορας διέταξε να ντυθεί με στρατιωτικά ρούχα και τον κάλεσε να προσφέρει θυσία στους θεούς, αλλά ο μάρτυρας απάντησε ότι ήταν στρατιώτης του Χριστού και ήθελε να πεθάνει γι' Αυτόν. Η τροφός του, η μάρτυρας Κονκόρδια, ξυλοκοπήθηκε μέχρι θανάτου με μολυβένιες ράβδους, και όλοι οι οικιακοί του σκοτώθηκαν μπροστά στα μάτια του Ιππόλυτου. Τον έδεσαν σε άλογα, τα οποία τον έσερναν μέχρι θανάτου στις 13 Αυγούστου 258.
Τη νύχτα, ο πρεσβύτερος Ιουστίνος έκρυφα έθαψε τους μάρτυρες στον τόπο της εκτέλεσης. Το σώμα της Αγίας Κονκόρδιας πετάχτηκε σε ακάθαρτο μέρος. Δύο χριστιανοί, οι μάρτυρες Ιρενέος και Αυτούνδιος, μαθαίνοντας πού ήταν το σώμα της Κονκόρδιας, το έθαψαν δίπλα στον Άγιο Ιππόλυτο. Για αυτό, πνίγηκαν στις 26 Αυγούστου. Οι χριστιανοί ανέσυραν τα σώματα των μαρτύρων τη νύχτα και τα έθαψαν με τα λείψανα του Αγίου Αρχιδιακόνου Λαυρέντιου.
