Ο δίκαιος Ιώβ, προερχόταν από τη φυλή του Αβραάμ και ζούσε στην Αραβία, στη γη του Ουζ. Αναζητούσε διαρκώς την αλήθεια, διακρινόταν για την αψεγάδιαστη συμπεριφορά του, τη δικαιοσύνη και την ελεημοσύνη του. Είχε επτά γιους και τρεις κόρες. Ήταν πλούσιος, με πολλά ζώα και υπηρέτες. Φρόντιζε τα παιδιά του, ενθαρρύνοντας την αδελφική τους αγάπη και θυσιάζοντας τον εαυτό του για αυτά, προσέχοντας πάντα να μην αμαρτάνουν ενώπιον του Θεού.
Όταν άγγελοι συγκεντρώθηκαν μπροστά στον θρόνο του Κυρίου, ο σατανάς ήρθε για να συκοφαντήσει τον Ιώβ. Ο Κύριος αναγνώρισε την αμετακίνητη πίστη του, ενώ ο σατανάς ισχυρίστηκε πως ο Ιώβ ήταν ευσεβής μόνο για να εξασφαλίζει τη Θεία βοήθεια και ευλογία. Του επιτράπηκε, τότε, να θέσει τον άγιο σε δοκιμασία, αφαιρώντας του όλα τα υπάρχοντα και στερώντας του τα παιδιά του. Παρά την ταλαιπωρία του, ο Ιώβ δεν αμάρτησε, ούτε αμφισβήτησε τον Θεό. Μάλιστα, συνήθιζε να λέει πως ό,τι του έδωσε ο Κύριος μπορούσε και να του το πάρει.
Ο σατανάς του επιτέθηκε ξανά με μια ασθένεια. Ακόμη και η γυναίκα του, η οποία είχε ήδη χάσει την ελπίδα της, τον προέτρεπε οργισμένη να σταματήσει να τιμά το πρόσωπο του Θεού. Ωστόσο, ο Ιώβ παρέμενε πιστός και επέμενε πως δεν θα πρέπει να δεχόμαστε μόνο το καλό αλλά και το κακό, που έρχεται από τη θεϊκή βούληση.
Όταν τρεις φίλοι του ήρθαν για να τον παρηγορήσουν, έχασαν τη μιλιά τους, βλέποντας τα βάσανα που υπέφερε. Ο Ιώβ καταράστηκε, τότε, την ημέρα της γέννησής του, εκφράζοντας βαθιά λύπη και απόγνωση. Οι φίλοι του, πιστεύοντας ότι τα βάσανα του Ιώβ ήταν τιμωρία για τις αμαρτίες του, τον παρότρυναν να μετανοήσει. Ο ίδιος υπερασπίστηκε την αθωότητά του, επιμένοντας πως δεν είχε διαπράξει εγκλήματα, ούτε αμαρτίες που να άξιζαν τις ταλαιπωρίες που περνούσε.
Ο Ιώβ υποστήριξε πως υπέμενε κάθε κακό γιατί το αναγνώριζε ως θέλημα Κυρίου. Ένας νέος άνδρας μπήκε, τότε, στη συζήτηση, καταδικάζοντας τον Ιώβ για την αυτοδικαίωσή του. Στο τέλος, ο όσιος στράφηκε προς τον Θεό, ζητώντας του να αποδείξει την αθωότητά του.
Ο Κύριος του εμφανίστηκε και τον επέπληξε για την προσπάθειά του να κατανοήσει τη Θεία βούληση. Εκείνος αναγνώρισε την ασήμαντη φύση του και μετανόησε. Οι φίλοι του προσέφεραν θυσία, ενώ ο ίδιος προσευχόταν νυχθημερόν για έλεος. Ο Θεός αποκατέστησε την υγεία του και τον ευλόγησε, δίνοντάς του τα διπλάσια από όσα είχε πριν. Έζησε εκατόν σαράντα χρόνια μετά από τις δοκιμασίες που υπέστη και γνώρισε τους απογόνους του μέχρι και την τέταρτη γενιά.
