Πρεσβύτερος
Ο ιερομάρτυρας Ιωάννης γεννήθηκε την 1η Ιανουαρίου 1894, στο κωμοπόλι Καρόλεν της επαρχίας Βερρό, στο Κυβερνείο της Λιβονίας, σε οικογένεια ορθόδοξων αγροτών. Αφού ολοκλήρωσε τις σπουδές του στο Πνευματικό Σχολείο της Ρίγας, εισήχθη στο Θεολογικό Σεμινάριο της Ρίγας, όμως οι σπουδές του διακόπηκαν λόγω του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Το 1916, παρά την αναβολή που είχε, επιστρατεύθηκε και γράφτηκε ως δόκιμος στη Στρατιωτική Σχολή του Βλαντίμιρ, μετά την οποία υπηρέτησε στο μέτωπο.
Στις 13 Οκτωβρίου 1918, ο Ιβάν Μιχαήλοβιτς χειροτονήθηκε ιερέας και τοποθετήθηκε στον ναό των Αγίων Πάντων στο χωριό Πενουγιά, της επαρχίας Περνόβ, στο Κυβερνείο της Λιβονίας. Η ενορία ήταν μικρή και συγκέντρωνε όλους τους ορθόδοξους Εσθονούς των γύρω χωριών. Ο ναός, που είχε ανεγερθεί το 1875, χωρούσε όχι περισσότερους από τριακόσιους ανθρώπους. Για την πρακτική άσκηση της ιερατικής διακονίας, ο πατήρ Ιωάννης στάλθηκε στον γειτονικό ναό στο χωριό Κάρκσι-Νουΐγια.
Τον Δεκέμβριο του 1918, μαθαίνοντας για την ασθένεια των γονιών του, ο π. Ιωάννης ξεκίνησε για το σπίτι. Σταματώντας στην πόλη Βαλκ, που είχε καταληφθεί από τμήματα του Κόκκινου Στρατού, συνελήφθη αμέσως και οδηγήθηκε στη φυλακή για εξακρίβωση στοιχείων. Την επόμενη ημέρα, ο ανακριτής ανέκρινε τον ιερέα και, με βάση τις απαντήσεις του, έστειλε σχετικό αίτημα· σύντομα έλαβε απάντηση από την εκτελεστική επιτροπή της βολόστ Καρόλεν, η οποία επιβεβαίωσε την ταυτότητά του. Επιπλέον, οι τοπικές αρχές χαρακτήρισαν τον π. Ιωάννη ως υπερασπιστή των συμφερόντων εργατών και αγροτών.
Ωστόσο, η εγγύτητά του προς τους ανθρώπους του μόχθου και η αρχοντική συνέπειά του στην επιλογή της ιερατικής οδού ήταν η χειρότερη “σύσταση” για τους άθεους που είχαν έρθει στην εξουσία. Στις 29 Ιανουαρίου 1919, ο ιερέας Ιωάννης εκτελέστηκε με τουφεκισμό και τάφηκε στο κοιμητήριο του Τάρτου.
