Ο Άγιος Ιωακείμ, ο οποίος προερχόταν από τη φυλή του Ιούδα, ήταν σύζυγος της Αγίας Άννας, της κόρης του ιερέα Ματθάν. Οι δυο τους ζούσαν με φρόνηση, δοξολογώντας τον Θεό και τηρώντας τις εντολές Του. Δεν είχαν καταφέρει να αποκτήσουν παιδιά, πράγμα που θεωρούνταν εκείνη την εποχή μεγάλη ντροπή και τιμωρία. Ο Ιωακείμ, γεμάτος ταπείνωση και θλίψη, αποσύρθηκε στην έρημο, όπου προσευχόταν και νήστευε, ζητώντας από τον Θεό το δώρο της τεκνογονίας.
Η Αγία Άννα προσευχόταν επίσης, έως ότου, βλέποντας μια φωλιά γεμάτη νεογέννητα πουλιά, αναφώνησε από θλίψη και απόγνωση. Άγγελος Κυρίου εμφανίστηκε τότε μπροστά της και της ανήγγειλε τη μελλοντική γέννηση της κόρης τους Μαρίας. Η αγία ανέκτησε το θάρρος της και υποσχέθηκε να αφιερώσει το παιδί στον Θεό. Ο άγγελος εμφανίστηκε, ακόμη, στον Ιωακείμ, μεταφέροντάς του το ευχάριστο μήνυμα.
Όταν οι δύο σύζυγοι συναντήθηκαν, δόξασαν τον Θεό για το έλεός Του. Η Αγία Άννα συνέλαβε τη Θεοτόκο σε μεγάλη ηλικία. Μαζί την ανέθρεψαν με φροντίδα και ευλάβεια έως την ηλικία των τριών ετών, όταν την έφεραν στον ναό, εκπληρώνοντας την υπόσχεσή τους.
Ο Άγιος Ιωακείμ απεβίωσε στην ηλικία των ογδόντα ετών. Η Αγία Άννα ήρθε στην Ιερουσαλήμ και προσευχήθηκε στον ναό, μέχρι που σύντομα αναχώρησε προς τον Κύριο, όντας εβδομήντα εννέα χρόνων.
Οι Άγιοι Ιωακείμ και Άννα τιμώνται ως Θεοπάτορες, ενώ η ζωή τους αποτελεί παράδειγμα πίστης και αφοσίωσης στον Κύριο.
