Κατά τη διάρκεια των διωγμών κατά των χριστιανών, υπό τους αυτοκράτορες Διοκλητιανό και Μαξιμιανό, ο επίσκοπος Ιανουάριος συνελήφθη και υποβλήθηκε σε σφοδρά βασανιστήρια, αρνούμενος να προσκυνήσει τα είδωλα. Ρίχτηκε σε καυτό καμίνι, από το οποίο βγήκε ανέγγιχτος χάρη στη βοήθεια των αρχαγγέλων. Μετά από το γεγονός αυτό, ο στρατηγός, μη πιστεύοντας στο θαύμα, διέταξε να συνεχίσουν τα βασανιστήρια του αγίου. Ο επίσκοπος άντεξε κάθε πόνο και ταπείνωση, διασώζοντας την πίστη του έως τέλους.
Κοντά σε αυτόν βρέθηκαν και δύο κληρικοί, ο διάκονος Φέστος και ο αναγνώστης Διζιδέριος, οι οποίοι συνελήφθησαν και φυλακίστηκαν εξίσου. Στη φυλακή βρίσκονταν και άλλοι χριστιανοί, όλοι καταδικασμένοι σε θάνατο. Όταν βγήκαν στην πλατεία των βασανιστηρίων και παραδόθηκαν στα θηρία, εκείνα δεν τολμούσαν να τους αγγίξουν. Το γεγονός αυτό τρόμαξε τους θεατές.
Ο στρατηγός, που είχε χάσει την όρασή του, την απέκτησε ξανά μέσω των προσευχών του επισκόπου Ιανουαρίου. Ωστόσο, αντί να μετανοήσει, διέταξε την εκτέλεση των αγίων μαρτύρων. Ο Ιανουάριος και οι σύντροφοί του εκτελέστηκαν έξω από τα τείχη της Νάπολης. Τα σώματά τους περιμάζεψαν και περιποιήθηκαν οι κάτοικοι των γύρω περιοχών, κρατώντας τους ως προστάτες αγίους και μεσίτες ενώπιον του Θεού. Το σώμα του επισκόπου Ιανουαρίου μεταφέρθηκε στη Νάπολη, όπου και συντελέστηκε πλήθος θαυμάτων.
Ένα από αυτά σχετίζεται με την έκρηξη του Βεζούβιου. Οι κάτοικοι, προσευχόμενοι στον άγιο, σώθηκαν από την καυτή λάβα. Ένα άλλο θαύμα αποτελεί, ακόμη, η ανάσταση του γιου της χήρας Μαξιμίνας, ο οποίος επανήλθε στη ζωή με την προσευχή και τη μεσιτεία της εικόνας του αγίου.
