Πρεσβύτερος
Στις 14 Οκτωβρίου 1888, στο χωριό Μπελενίτσινο της επαρχίας Βλαντίμιρ, γεννήθηκε ένα αγόρι με το όνομα Γιακόβ. Από μικρή ηλικία αγαπούσε την Εκκλησία του Θεού, ήταν καλλίφωνος και έψαλλε. Άφησε, έτσι, το σπίτι του και αφιερώθηκε εξ' ολοκλήρου στην υπηρεσία της ενορίας. Το 1919, κατατάχθηκε στον Κόκκινο Στρατό, όπου υπηρέτησε ως επικεφαλής της χορωδίας.
Μετά την αποστράτευσή του, έγινε ιερέας και το 1921 διορίστηκε στον Καθεδρικό Ναό της Μεταμορφώσεως της Μονής Σπάσο-Γκενναδίου. Γεμάτος νοιάξιμο για τον πεινασμένο λαό, αφιέρωσε όλες του τις δυνάμεις στη δοξολογία του Θεού και τη φροντίδα των αναγκεμένων. Οι προσευχές του αντηχούσαν στις καρδιές των πιστών, ενώ ο αριθμός των ενοριτών στην εκκλησία του Βοσκρενιέ-Ρουνόβο άρχισε να αυξάνεται.
Παρά την ταπεινή του καταγωγή και την περιορισμένη μόρφωση, ο άγιος εντυπωσίαζε τους ανθρώπους με την πεφωτισμένη του παρουσία, διαβάζοντας εκτενώς και δείχνοντας μεγάλο ενδιαφέρον για τις επιστήμες. Το 1930, συνελήφθη και καταδικάστηκε σε τρία χρόνια κράτησης σε στρατόπεδα συγκέντρωσης. Εξέτισε την ποινή του στο Καζακστάν, αφήνοντας την οικογένειά του χωρίς κανένα εισόδημα.
Το 1934, επέστρεψε από την εξορία, όμως η θέση του ιερέα στο Ρουνόβο ήταν κατειλημμένη. Μετά τον θάνατο του εφημέριου, επέστρεψε στον ναό του. Στις 5 Αυγούστου 1937, συνελήφθη ξανά ως μέλος αντεπαναστατικής ομάδας και, παρά το γεγονός πως δήλωσε με σθένος την αθωότητά του, εκτελέστηκε στις 26 Αυγούστου. Το μέρος της ταφής του είναι άγνωστο. Με απόφαση της Ιεράς Συνόδου της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, αναγνωρίστηκε ως νεομάρτυρας και ομολογητής της πίστης.
