Ο Άγιος Γαβριήλ γεννήθηκε στις 8 Ιανουαρίου 1849 σε μια επαρχία του Κιέβου. Το κοσμικό του όνομα ήταν Γεώργιος. Έμεινε ορφανός από την ηλικία των δώδεκα ετών. Έλαβε σημαντική εκπαίδευση και έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την ανάγνωση της Αγίας Γραφής, καθώς και πολλών άλλων ιερών κειμένων. Κάποτε νόσησε σοβαρά και η υγεία του κινδύνεψε. Ορκίστηκε τότε να επισκεφθεί τους Αγίου Τόπους, πράγμα που έκανε αμέσως μόλις συνήλθε.
Επισκέφτηκε πολλές μονές, μεταξύ των οποίων και την Λαύρα του Αγίου Σάββα. Θέλησε να αφιερώσει τη ζωή του στον μοναχισμό και έγινε δόκιμος. Το 1867 επισκέφθηκε την Ιερουσαλήμ και το Άγιον Όρος, όπου λάτρεψε τη μοναστική κοινότητα των ασκητών. Το 1869 έγινε η μοναχική του κουρά και πήρε το όνομα Γαβριήλ. Το 1876 έγινε ιερομόναχος.
Ως μοναχός έκανε πάντοτε υπακοή και διακονούσε τους αδελφούς του. Το 1891 ανυψώθηκε στον βαθμό του αρχιμανδρίτη. Φρόντιζε για την ανάπτυξη και την καλή λειτουργία της μονής. Είχε πάντοτε σε προτεραιότητα την πνευματική πρόοδο των ασκητών. Μεταξύ άλλων, συνέβαλε στην κατασκευή ενός νέου καθεδρικού ναού, συγκεντρώνοντας τα χρήματα για την ολοκλήρωση του έργου.
Το 1901, παρά την κακή του υγεία, ταξίδεψε στη Ρωσία. Το 1902, μετά τη Θεία Λειτουργία, ένιωσε έντονη αδυναμία, η οποία στις 19 Οκτωβρίου οδήγησε στον θάνατό του. Τα άγια λείψανά του τάφηκαν στην Οδησσό.
Ο Άγιος Γαβριήλ αναδείχθηκε σε σπουδαίο προστάτη και αρωγό όλων των αναγκεμένων, καθώς, με τη χάρη των λειψάνων του, προσέφερε τη θεραπεία σε όλους όσους προσέρχονταν σε αυτόν με πίστη.
