Ο Άγιος Μάρτυρας Θεόδοτος ζούσε αρχικά όπως οι περισσότεροι άνθρωποι. Έκανε έναν κοσμικό και αμαρτωλό βίο, έως ότου μεταστράφηκε πλήρως και αποτέλεσε παράδειγμα αρετής. Πολέμησε τις σαρκικές επιθυμίες, απέφυγε τα πάθη της κοιλιάς και μοίρασε με γενναιοδωρία τον πλούτο του στους φτωχούς. Προστάτευε τους διωκόμενους χριστιανούς και φρόντιζε για αυτούς, παρέχοντάς τους τροφή και καταφύγιο.
Ο τότε κυβερνήτης, σκληρόκαρδος και γεμάτος μίσος για τον χριστιανισμό, ξεκίνησε σφοδρούς διωγμούς στην περιοχή της Άγκυρας. Πλήθος ανθρώπων εγκατέλειψαν τότε την πόλη, προσπαθώντας να επιβιώσουν και να διατηρήσουν την πίστη τους. Ο Θεόδοτος, αδιαφορώντας για τον κίνδυνο, συνέχισε να βοηθάει τους χριστιανούς. Θεράπευε τους ασθενείς και ωθούσε τους αμαρτωλούς στη μετάνοια.
Διατηρούσε, μάλιστα, έναν χώρο όπου μαγείρευε και προσέφερε τροφή στους απόρους.Το μέρος αυτό έγινε τόπος σωτηρίας για πολλούς. Εκεί τελούνταν, μεταξύ άλλων, προσευχές και ακολουθίες, ενώ προσφερόταν στους πιστούς η Θεία Ευχαριστεία.
Ο Άγιος Θεόδοτος στήριξε τον φίλο του Βίκτωρα, ο οποίος κρατούνταν στη φυλακή για τις πεποιθήσεις του. Τον βοήθησε να διατηρήσει την πίστη του, προειδοποιώντας τον για τις πονηρές υποσχέσεις των ειδωλολατρών. Εκείνος, παρά τα βασανιστήρια, παρέμεινε πιστός μέχρι το τέλος.
Ο άγιος ενταφίασε τα λείψανα του μάρτυρα Βαλεντίνου και βοήθησε πολλούς χριστιανούς, πληρώνοντας το αντίτιμο για την αιχμαλωσία τους. Φρόντισε τις αγίες παρθένες που υπέστησαν διωγμούς και προσευχήθηκε για την αντοχή τους. Όταν τις έριξαν σε μια λίμνη, αυτός, μαζί με άλλους χριστιανούς, ανέσυραν τα σώματά τους και τα ενταφίασαν με τιμές.
Μαθαίνοντας για τους νέους διωγμούς, ο Θεόδοτος αποφάσισε να παραδοθεί στις αρχές. Προσευχήθηκε να του δώσει ο Θεός δύναμη και θάρρος, ώστε να ολοκληρώσει τον μαρτυρικό του αγώνα με πίστη. Οι συγγενείς και οι φίλοι του θρηνούσαν για την απόφασή του, ο ίδιος, όμως, ήταν έτοιμος να παραδώσει την ψυχή του στον Κύριο.
