Κατά τη διάρκεια της βασιλείας των αυτοκρατόρων Διοκλητιανού και Μαξιμιανού, ο πρίγκιπας Ευστράτιος διέταξε να οδηγήσουν σε δίκη τη χριστιανή παρθένο Θεοδώρα. Αυτή ομολόγησε την πίστη της και αρνήθηκε τον έγγαμο βίο, θέλοντας να διατηρήσει την αγνότητά της και να αφιερωθεί στον Χριστό. Ο δικαστής την απείλησε πως θα την υπέβαλλε στην πορνεία, όμως η Θεοδώρα δήλωσε με σθένος πως ο Θεός θα την προστάτευε από κάθε αμαρτία.
Τρεις ημέρες αργότερα την έστειλαν πράγματι στο πορνείο, όπου προσευχήθηκε με ταπείνωση και βαθιά πίστη στο πρόσωπο του Χριστού. Εμφανίστηκε τότε ένας χριστιανός με το όνομα Δίδυμος, ο οποίος, μεταμφιεσμένος σε στρατιώτη, ήρθε να τη βοηθήσει. Αντάλλαξαν ρούχα και έτσι η Θεοδώρα, φορώντας την ανδρική ενδυμασία, επέστρεψε στο σπίτι της, δοξάζοντας τον Θεό για το θαύμα.
Ο άνδρας συνελήφθη και οδηγήθηκε ενώπιον του δικαστή, όπου ομολόγησε την πίστη του και παραδέχτηκε πως ήταν αυτός που έσωσε τη Θεοδώρα. Ο δικαστής, οργισμένος, διέταξε να εκτελεστεί. Ο Δίδυμος δέχτηκε με χαρά τον θάνατο, ενώ η Θεοδώρα, μαθαίνοντας για την καταδίκη του, τον ακολούθησε, επιθυμώντας να μαρτυρήσει μαζί του. Οι δυο τους αποκεφαλίστηκαν, ενώ τα σώματά τους ρίχτηκαν στη φωτιά, λαμβάνοντας έτσι στέφανο δόξης.
