Επίσκοπος
Ο Άγιος Θεόδωρος ο Συκεώτης γεννήθηκε τον 6ο αιώνα στο χωριό Συκέα. Ήταν γόνος ευσεβούς οικογένειας. Η μητέρα του, Μαρία, οραματίστηκε τη γέννησή του, όταν είδε στον ύπνο της ένα φωτεινό αστέρι να κατεβαίνει από τον ουρανό στην κοιλιά της. Ο άγιος έχασε τον πατέρα του όταν ήταν ακόμα μικρός. Ανατράφηκε από τη μητέρα και τη γιαγιά του. Έδειξε μεγάλη ικανότητα στη μάθηση και την απόκτηση σοφίας. Από τη νεαρή του ηλικία άρχισε να νηστεύει και να προσεύχεται με επιμονή και πίστη.
Όταν ήταν δέκα ετών, θεραπεύτηκε από μια θανατηφόρα ασθένεια που τον ταλαιπωρούσε, χάρη στις σταγόνες δροσιάς που έτρεξαν από την εικόνα του Σωτήρα Χριστού. Στα δώδεκά του, ονειρεύτηκε τον ίδιο τον Ιησού να τον καλεί σε πνευματικούς άθλους. Έφυγε από το σπίτι του στα δεκατέσσερα. Έζησε κοντά στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου και τρεφόταν μόνο με ένα κομμάτι ψωμί την ημέρα.
Απέφυγε τη δόξα των ανθρώπων. Αποσύρθηκε σε μια σπηλιά, όπου πέρασε δύο χρόνια σε σιωπή και απομόνωση. Αργότερα, χειροτονήθηκε διάκονος και ιερέας. Μετέβη στην Ιερουσαλήμ, όπου ενστερνίστηκε τον μοναχισμό στη μονή Χοζεβίτου. Επιστρέφοντας, συνέχισε να ζει κοντά στην εκκλησία, διδάσκοντας τον χριστιανισμό και φέρνοντας τους ανθρώπους κοντά στον λόγο του Ευαγγελίου.
Χειροτόνησε τον νέο Επιφάνιο και πολλούς άλλους, θεράπευσε τους αρρώστους και άφησε πολλές προφητείες για το μέλλον. Έχτισε έναν ναό και έγινε επίσκοπος Αναστασιουπόλεως, εργαζόμενος σκληρά για το καλό της Εκκλησίας. Προσκύνησε τους Αγίους Τόπους και έζησε στη Λαύρα του Αγίου Σάββα.
Έγινε στόχος απόπειρας δολοφονίας αλλά διασώθηκε. Επέστρεψε στη μονή του, όπου συνέχισε να υπηρετεί με πίστη και υπομονή τον ασκητικό βίο. Όταν τελούσε τη Θεία Ευχαριστία, συνέβαιναν συχνά θαύματα, που μαρτυρούσαν την αγιότητά του και που οδήγησαν στην τίμησή τους ήδη από την περίοδο του επίγειου βίου του. Κοιμήθηκε το 613, αφήνοντας πίσω του μεγάλη πνευματική κληρονομιά.
