Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του αυτοκράτορα Αντωνίνου, όταν η Πέργαμος διοικούνταν από τον στρατηγό Θεόδοτο, νέοι άνδρες επιστρεύονταν για να υπηρετήσουν τις στρατιωτικές ανάγκες της αυτοκρατορίας. Μεταξύ αυτών ήταν και ο μακάριος Θεόδωρος, ο οποίος αρνήθηκε να υπηρετήσει τις επίγειες αρχές, δηλώνοντας πως είναι στρατιώτης μόνο του ουράνιου Βασιλιά των πάντων. Αποφασίστηκε τότε να τον χτυπήσουν σκληρά, ο Θεόδωρος, όμως, παρέμεινε αδιάλλακτος.
Ο στρατηγός διέταξε να ανάψουν φωτιά και να ρίξουν πάνω του βραστή πίσσα. Ωστόσο, με τρόπο θαυματουργικό η φωτιά έσβησε και ο άγιος βγήκε αλώβητος. Ορισμένοι στρατιώτες, βλέποντας το γεγονός αυτό, άρχισαν να αμφιβάλλουν για τους θεούς στους οποίους πίστευαν. Ο ιερέας Διοσκόρος, αναγνωρίζοντας τη δύναμη του Κυρίου, πίστεψε στον Τριαδικό Θεό και μαρτύρησε. Ο Θεόδωρος και δύο ακόμη στρατιώτες, ο Σωκράτης και ο Διονύσιος, ρίχτηκαν σε καμίνι, αλλά παρέμειναν ζωντανοί χάρη στη θεϊκή δροσιά που τους διαπέρασε.
Ο άγιος προσευχήθηκε, ακόμη, για τη μητέρα του, που είχε συλληφθεί από τους ειδωλολάτρες. Εκείνη τον είδε σε όραμα, το οποίο διηγήθηκε στους στρατιώτες. Το πρωί, ο στρατηγός, μαθαίνοντας για το θαύμα, γέμισε φόβο. Διέταξε να σταυρώσουν τον Θεόδωρο και να αποκεφαλίσουν τη μητέρα του και τους στρατιώτες που είχαν συνταχθεί μαζί του. Ο Άγιος Θεόδωρος, μετά από τρεις ημέρες βασανιστηρίων επάνω στον σταυρό, αναπαύθηκε εν ειρήνη. Τα σώματα των αγίων μαρτύρων θάφτηκαν με τιμές.
