Ο Άγιος Ακάκιος ο Οσιομάρτυρας, γνωστός, επίσης, με το κοσμικό όνομα Αθανάσιος, γεννήθηκε στο Νεοχώρι της Μακεδονίας. Εξαιτίας μεγάλης φτώχειας, η οικογένειά του μετακόμισε στην πόλη των Σερρών. Εκεί ο μικρός τότε Αθανάσιος δώθηκε ως μαθητής σε έναν υποδηματοποιό, ο οποίος τον κακομεταχειριζόταν. Την ημέρα της Μεγάλης Παρασκευής, μετά από άγριο ξυλοδαρμό, ο νεαρός περιπλανιόταν έχοντας χάσει κάθε ελπίδα. Συνάντησε, τότε, δύο Τουρκάλες, που τον έπεισαν να απαρνηθεί τη χριστιανική πίστη. Ενστερνίστηκε το Ισλάμ και υιοθετήθηκε από τον Γιουσούφ-μπέη.
Ζώντας μέσα στον πλούτο για εννέα ολόκληρα χρόνια, ο Αθανάσιος αρνήθηκε την αμαρτωλή σχέση, που του επέβαλλαν, με τη σύζυγο του μπέη και εξορίστηκε. Επιστρέφοντας στην πατρική του εστία, μετανόησε και θέλησε να αποσυρθεί στο Άγιον Όρος. Στην Ιερά Μονή Χιλανδαρίου εξομολογήθηκε και χρίστηκε με άγιο μύρο. Αργότερα, μετακόμισε στην Ιερά Μονή Ιβήρων, όπου έμαθε για τη ζωή των μαρτύρων Ευφημίας και Ιγνατίου. Γέμισε, τότε, με την επιθυμία να παραδώσει όλη του τη ζωή στον Χριστό.
Υπό την καθοδήγηση του ιερομονάχου Νικηφόρου, άρχισε να προετοιμάζεται για το μαρτύριο. Μετά από μια σειρά δοκιμασιών και άκρατης μετάνοιας, εντάχθηκε στον μοναχισμό, παίρνοντας το όνομα Ακάκιος. Σύντομα, μετέβη στην Κωνσταντινούπολη, όπου, μεταμφιεσμένος με τουρκικά ενδύματα, πήγε στις αρχές και ομολόγησε την πίστη του στον Χριστό, πράγμα για το οποίο συνελήφθη και υπέστη σφοδρά βασανιστήρια.
Παρά τις απειλές, ο Άγιος Ακάκιος έμεινε πιστός. Καταδικάστηκε σε θάνατο και αποκεφαλίστηκε τη 1 Μαΐου 1816. Τα λείψανά του εξαγοράστηκαν από χριστιανούς και μεταφέρθηκαν στο Άγιον Όρος, όπου τάφηκαν με τιμές.
Η μνήμη του αγίου τιμάται την 1η Μαΐου, μαζί με τη μνήμη των Αγίων Μαρτύρων Ευφημίας και Ιγνατίου.
