Ο Όσιος Διονύσιος γεννήθηκε στο χωριό Κορησσό της Καστοριάς. Οι γονείς του ήταν ευσεβείς άνθρωποι. Από τη νεαρή του ηλικία έλαβε πλούσια μόρφωση. Ο αδελφός του Θεοδόσιος μετέβη σε ηλικία δεκαοκτώ ετών στην Κωνσταντινούπολη, όπου έγινε ιερέας και αργότερα ηγούμενος της Ιεράς Μονής Φιλοθέου του Αγίου Όρους. Ακολουθώντας το παράδειγμα του αδελφού του, ο Διονύσιος θέλησε να γίνει και ο ίδιος μοναχός, παίρνοντας το αξίωμα του ιερέα.
Επιθυμώντας να υιοθετήσει έναν ησυχαστικό βίο, αποσύρθηκε στην έρημο, όπου έζησε με προσευχή και νηστεία, τρεφόμενος μόνο με άγρια χόρτα. Οι ασκητικοί του αγώνες αποτέλεσαν παράδειγμα για πολλούς μοναχούς, με αποτέλεσμα να συσπειρωθεί γύρω του μια νέα αδελφότητα. Με την ευλογία του Γέροντα Δομέτιου, άρχισε την κατασκευή μιας μονής προς τιμήν του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου.
Το μοναστήρι ιδρύθηκε το 1380 και, παρά τις δυσκολίες, ο Διονύσιος δεν έπαψε ποτέ να μεριμνά για αυτό. Απευθύνθηκε επανειλημμένα στον αυτοκράτορα ζητώντας βοήθεια, ενώ ο αδελφός του Θεοδόσιος, που έγινε Μητροπολίτης Τραπεζούντας, στον στήριξε εξίσου, φροντίζοντας για την ευημερία της μονής. Ωστόσο, μετά την επίθεση των Τούρκων, ο Όσιος Διονύσιος ξόδεψε όσο πλούτο διέθετε για να ελευθερώσει τους μοναχούς που είχαν συλληφθεί, αφήνοντας το μοναστήρι σε άσχημη οικονομική κατάσταση.
Λίγο πριν το τέλος της ζωής του, μετέβη ξανά στον αυτοκράτορα για να ζητήσει βοήθεια. Ωστόσο, ολοκλήρωσε τον βίο του προτού λάβει την οικονομική ενίσχυση που του είχαν υποσχεθεί.
Ο άγιος κοιμήθηκε στις 25 Ιουνίου, σε ηλικία 72 ετών.
Η ταφή του έγινε με τιμές, ενώ μετά τον θάνατό του συντελέστηκε πλήθος θαυμάτων. Οι μοναχοί θρήνησαν για την απώλειά του. Ο Γέροντας Δομέτιος ανέλαβε τη διοίκηση της μονής μέχρι τον θάνατό του.
