Η Παρθένος Αρχελαΐς ζούσε σε μια μικρή μονή κοντά στη Ρώμη, έχοντας αφιερώσει την ψυχή και το σώμα της στον Θεό. Κατά τη διάρκεια των διωγμών κατά των Χριστιανών, υπό την εξουσία του αυτοκράτορα Διοκλητιανού, η αγία μαζί με τις αδελφές της Θέκλα και Σωσάνα, διέφυγαν στην Καμπανία, φορώντας ανδρικά ρούχα, προκειμένου να κρύψουν τη θηλυκότητά τους. Περνούσαν τις μέρες τους προσευχόμενες, θεραπεύοντας τις αρρώστιες όσων ζητούσαν τη βοήθειά τους, προσελκύοντας τους ανθρώπους στη λατρεία του αληθινού Θεού.
Ο Λεόντιος, μαθαίνοντας για τη δράση τους, διέταξε να τις φέρουν ενώπιόν του για ανάκριση. Η Αρχελαΐς ομολόγησε τότε την πίστη της, μιλώντας για την αγάπη του Ιησού Χριστού και για τις θεραπείες που συντελούνταν στο όνομα του Κυρίου. Ο Λεόντιος, οργισμένος, διέταξε να τη ρίξουν στα λιοντάρια, είδε, όμως, έκθαμβος τα άγρια θηρία να ημερεύουν κοντά της. Μετά από το γεγονός αυτό, οι αγίες παρέμειναν στη φυλακή, όπου εμφανίστηκε μπροστά τους Άγγελος Κυρίου, δίνοντάς τους κουράγιο και θάρρος για να αντέξουν.
Στην επόμενη ανάκριση, η Παρθένος Αρχελαΐς ομολόγησε και πάλι την πίστη της, καλώντας τον κυβερνήτη να την ακολουθήσει στη λατρεία του αληθινού Θεό. Εκείνος, μη θέλοντας να πιστέψει στα λόγια της, την υπέβαλε σε σκληρά βασανιστήρια, από τα οποία βγήκε αλώβητη. Προσευχήθηκε για να βρει τη δύναμη να αντέξει κάθε ταλαιπωρία και εξευτελισμό, έως ότου μια θεϊκή λάμψη φώτισε τον δρόμο της και της έδωσε κουράγιο.
Τελικά, οι άγιες παρθενομάρτυρες εκτελέστηκαν και οι ψυχές αναπαύτηκαν στην επουράνια Βασιλεία του Θεού.
Η μνήμη των Αγίων Αρχελαΐδος, Θέκλας και Σωσάνας τιμάται από την εκκλησία, αναδεικνύοντας τη σημασία και τη χάρη του οσιακού τους βίου.
