Η Αγία Άννα ήταν κόρη του ιερέα Ματθάν από το γένος του Ααρών. Ο σύζυγός της, ο Άγιος Ιωακείμ, καταγόταν από τη φυλή του Ιούδα και τον οίκο του βασιλιά Δαβίδ. Το ζευγάρι ζούσε στη Ναζαρέτ, ήταν πιστό και έκανε διαρκώς δωρεές στον ναό. Ωστόσο, παρέμεναν άτεκνοι, παρά τη μεγάλη τους ηλικία και τις διαρκείς προσευχές τους.
Καθώς το να είναι κανείς άτεκνος, θεωρούνταν τα χρόνια εκείνα τιμωρία από τον Θεό, η κοινωνία τους απέκλειε συχνά και τους κρατούσε στο περιθώριο. Σε μια μεγάλη γιορτή, ο αρχιερέας αρνήθηκε να δεχθεί την προσφορά του Ιωακείμ, θεωρώντας τον στερημένο από τη χάρη του Κυρίου. Εκείνος, γεμάτος λύπη, αποσύρθηκε στην έρημο, όπου παρέμεινε σαράντα ημέρες νηστεύοντας και κάνοντας προσευχή. Η Αγία Άννα, με δάκρυα στα μάτια, ικέτευσε τον Θεό και υποσχέθηκε να Του αφιερώσει το παιδί που Του ζητούσε. Άγγελος Κυρίου ανήγγειλε τότε και στους δύο πως θα αποκτούσαν μια κόρη, τη Μαρία, μέσω της οποίας θα ευλογούνταν όλα τα έθνη.
Η Αγία Άννα συνέλαβε και γέννησε την Παναγία. Μέχρι τριών ετών το κορίτσι μεγάλωσε στο σπίτι με τους γονείς του, ενώ αμέσως μετά οδηγήθηκε με τιμές στον ναό, όπου παρέμεινε έως την ενηλικίωσή της.
