Επίσκοπος
Γεννημένος στη Νικομήδεια, ο Άγιος Άνθιμος έζησε μια ενάρετη ζωή. Διακρίθηκε για την ταπεινοφροσύνη του και χειροτονήθηκε ιερέας. Αργότερα έγινε επίσκοπος, αναλαμβάνοντας τον θρόνο μετά τον Άγιο Κύριλλο. Την περίοδο των διωγμών που διεξήγαγαν οι αυτοκράτορες Διοκλητιανός και Μαξιμιανός, ο άγιος ενίσχυε τους πιστούς στον μαρτυρικό τους αγώνα, προτρέποντάς τους να μην φοβούνται και να αντέχουν κάθε ταπείνωση για τον Χριστό.
Πολλοί χριστιανοί, εμπνευσμένοι από τα λόγια του, ομολόγησαν με θάρρος τη πίστη τους. Ανάμεσα σε αυτούς ήταν ο Δωρόθεος, ο Μαρδόνιος, ο Μιγδόνιος και πολοί άλλοι, οι οποίοι υπέμειναν μαρτυρικό θάνατο. Οι διωγμοί εντάθηκαν όταν οι ειδωλολάτρες κατηγόρησαν τους χριστιανούς πως επιτέθηκαν στην αυτοκρατορική αυλή, βάζοντας φωτιά στις αυτοκρατορικές κατοικίες. Ο Άγιος Ανθύμιος αναγκάστηκε τότε να κρυφτεί, χωρίς ποτέ να σταματήσει να νουθετεί και να καθοδηγεί το ποίμνιό του μέσω επιστολών.
Όταν τελικά εντοπίστηκε, συνελήφθη και υποβλήθηκε σε φριχτά βασανιστήρια. Ωστόσο, απάντησε με θάρρος στις απειλές του αυτοκράτορα και δέχτηκε με χαρά το τέλος του, θεωρώντας πως αυτός ήταν ο δρόμος για την αιώνια ζωή.
Μετά από πολλές κακουχίες, καταδικάστηκε σε θάνατο. Προσευχήθηκε και θανατώθηκε με αποκεφαλισμό στις 3 Σεπτεμβρίου. Το σώμα του τάφηκε κρυφά από πιστούς χριστιανούς.
