Πρεσβύτερος
Ο Άγιος Αλέξανδρος Ποπόφ ο Νεομάρτυρας ήταν ιερέας από το χωριό Τραβιάνσκογιε της περιοχής Καμένσκι. Το 1918 δολοφονήθηκε βάναυσα μαζί με αρκετούς άλλους ενορίτες. Όταν έγινε η αγιοκατάταξη των μαρτύρων, η επιτροπή κατάφερε να βρει τα ονόματα των ανθρώπων που έχασαν τη ζωή τους μαζί με τον πατέρα Αλέξανδρο, καθώς και το ακριβές σημείο του μαρτυρίου τους, όπου και τοποθετήθηκε προς τιμήν τους ένας σταυρός.
Πρόκειται για μια περιοχή ενάμισι χιλιόμετρο μακριά από το χωριό Τραβιάνσκογιε, μέσα στο δάσος Πολόβινι. Το καλοκαίρι του 1918, οι μπολσεβίκοι έφεραν εκεί τον ιερέα και οκτώ ακόμη άτομα. Πριν εκτελέσουν την ποινή, τους βασάνισαν άγρια. Ο πατήρ Αλέξανδρος είχε σπασμένη τη σπονδυλική του στήλη, το χέρι και τη γνάθο του, ενώ του είχαν ακόμη κόψει τα δάχτυλα. Ο διαμελισμένος ιερέας διαπεράστηκε από λόγχες, ενώ τα υπόλοιπα θύματα υποβλήθηκαν σε εξίσου σκληρή μεταχείριση. Τα σώματά τους πετάχτηκαν σε μια χαράδρα, από όπου σύντομα τα ανέκτησαν οι πιστοί χωρικοί.
Όταν η γυναίκα ενός εκ των μαρτύρων είδε τι είχε συμβεί στον άντρα της, έχασε το μυαλό της. Τα παιδιά τους έμειναν ορφανά. Ο τοπικός πληθυσμός εξοργίστηκε και επιτέθηκε σε έναν από τους δολοφόνους, τον Λεονίντ Ζουέβ, ο οποίος και θανατώθηκε.
Ο τόπος του μαρτυρίου υποδείχθηκε, πολλά χρόνια αργότερα, από έναν παλιό κάτοικο του χωριού Τραβιάνσκογιε, τον Γεννάδιο Ιβάνωβιτς Τσεμίζοφ: «Ο πατέρας μου μού το έδειξε. Συχνά περνούσαμε από αυτό το μέρος όταν ήμουν μικρός. Μου είχε διηγηθεί την ιστορία και την είχα κρατήσει στη μνήμη μου.»
Στις 16 Νοεμβρίου, ο Γεννάδιος Ιβάνωβιτς και η Ευγενία Αντρέεβνα ήρθαν μαζί με την κοινότητα της μονής στη χαράδρα, στο δάσος Πολόβινι, για να τιμήσουν τη μνήμη των ανθρώπων που βρήκαν εκεί μαρτυρικό θάνατο.
Μετά την τοποθέτηση του σταυρού, αδελφές μοναχές και πιστοί χριστιανοί διάβασαν όλοι μαζί τον Ακάθιστο Ύμνο και τέλεσαν παράκληση για τη μνήμη των αγίων.
