Αρχιεπίσκοπος
Ο Άγιος Αλέξανδρος γεννήθηκε στις 23 Αυγούστου 1851 στην πόλη Λουκ της περιοχής της Βολυνίας. Το 1892 ολοκλήρωσε τις σπουδές του και έγινε δάσκαλος στην εκκλησιαστική σχολή του χωριού Κνιαγίνιν. Μετά τον θάνατο της μητέρας του, έχοντας πια την ευθύνη μόνο του εαυτού του, άρχισε να ζει επιπόλαια και άστατα, έως ότου είδε τη μητέρα του σε όραμα. Αυτή τον κάλεσε να εγκαταλείψει τον κοσμικό βίο και να εισέλθει σε μοναστήρι. Την 1η Σεπτεμβρίου 1899 ο κατά κόσμον Θεοφάνεβιτς Πετρόφσκιυ έγινε δόκιμος στην Ιερά Μονή της Αγίας Τριάδας Δερμανίου, όπου και εκάρη μοναχός την 9η Ιουνίου 1900. Σύντομα χειροτονήθηκε ιεροδιάκονος και ιερομόναχος, ενώ αργότερα διορίστηκε ηγούμενος της μοναστικής κοινότητας.
Από το 1901 άρχισε να υπηρετεί διαφορετικές μονές, σε περιοχές εκτός του ρωσικού εδάφους. Το 1906 επέστρεψε στη Ρωσία, όπου έγινε ταμίας της μονής της Ζιρόβιτσα. Το 1908 μεταφέρθηκε στη μονή του Ντον στη Μόσχα και πήρε τη θέση του ηγουμένου.
Το 1910 διορίστηκε ηγούμενος στη νέα μονή που τον φιλοξενούσε, ενώ ανυψώθηκε, ακόμη, στον βαθμό του αρχιμανδρίτη. Το 1917 έγινε ηγούμενος της μονής Πσκώβο-Πετσέρσκι, ενώ στη συνέχεια εγκαταστάθηκε στο μοναστήρι της Γέννησης της Θεοτόκου Κοζέλσκινσκιυ. Το 1929 η μονή έκλεισε. Το 1932 χειροτονήθηκε επίσκοπος Ουμάνσκ και το 1937 μεταφέρθηκε στην αρχιεπισκοπή του Χάρκοβο.
Εκεί ο Άγιος Αλέξανδρος αντιμετώπισε την επιβολή του κλεισίματος των ναών και όλες τις επιμέρους δυσκολίες της εποχής. Αποκατέστησε την πίστη και το προσευχητικό πνεύμα των ενοριτών του, καλώντας τους να συμμετάσχουν ενεργά στις Θείες Λειτουργίες. Στις 28 Ιουλίου 1938, συνελήφθη και υπέστη σφοδρά βασανιστήρια. Στις 15 Μαρτίου 1939 καταδικάστηκε σε δεκαετή φυλάκιση. Ο άγιος κοιμήθηκε στις 24 Μαΐου 1940 μετά από νοσηλεία του στο νοσοκομείο φυλακής. Το σώμα του τάφηκε μυστικά στο κοιμητήριο Ζαλγιούτνσκιυ του Χάρκοβο.
