Ο Άγιος Χριστιανός μάρτυρας Ακάκιος υπέστη κατά τη βασιλεία του Λικινίου για την ομολογία του Χριστού. Υποβλήθηκε σε σκληρά βασανιστήρια, συμπεριλαμβανομένης της κρεμάλας και της ξύρισης του σώματος, και στη συνέχεια στάλθηκε στον επίσκοπο Τερεντίο. Μετά την παραμονή του αγίου αβλαβή σε καζάνι με πίσσα και λίπος, εισήχθη σε ειδωλολατρικό ναό, όπου με προσευχή κατέρριψε τα είδωλα. Ο επίσκοπος τον παρέδωσε στο δικαστήριο, το οποίο διέταξε να τον χτυπήσουν σφοδρά, στη συνέχεια να τον ρίξουν στα θηρία και, τέλος, στη φωτιά, αλλά ο Ακάκιος παρέμεινε αβλαβής. Ο στρατηγός, επιθυμώντας να επιβεβαιώσει την ψυχρότητα της φωτιάς, κάηκε ο ίδιος. Μετά από αυτό, ο άγιος παραδόθηκε στη δίκη του Ποσειδωνίου, ο οποίος διέταξε να του βάλουν βαριές αλυσίδες και να τον οδηγήσουν στη Μίλητο, όπου ξανά κατέρριψε τα είδωλα. Για αυτό, του έκοψαν το κεφάλι και από την πληγή έτρεξε αίμα και γάλα. Το σώμα του ενταφίασε ο πρεσβύτερος Λεόντιος στην πόλη Σιννάδα.
