Ηγούμενος
Ήταν μαθητής του αγίου Κορνηλίου του Κομέλ και εικονογράφος. Με την ευλογία του ηγούμενου στις 13 Σεπτεμβρίου 1540, παίρνοντας την εικόνα της Κοιμήσεως της Υπεραγίας Θεοτόκου, αποσύρθηκε σε ερημική τοποθεσία για σιωπή. Στο δάσος Ποσχικόν, στις όχθες του ποταμού Βότκα, του υποδείχθηκε τόπος για ερημική ζωή, όπου ίδρυσε μοναστήρι προς τιμήν της Κοιμήσεως της Υπεραγίας Θεοτόκου και έγινε ηγούμενος. Στο μοναστήρι εισήχθη αυστηρός κανόνας, που απαγόρευε την πρόσβαση γυναικών στην μονή. Ο άγιος συνέχισε να ζει αυστηρή ασκητική ζωή και ήταν παράδειγμα για την αδελφότητα.
Υπέστη πολλές θλίψεις από τους γειτονικούς χωρικούς, οι οποίοι, με την υποκίνηση του διαβόλου, σχεδίασαν να καταστρέψουν το μοναστήρι. Στις 5 Μαρτίου 1550, μετά από σφοδρές βασανιστήρια, πνίγηκε κακώς από ληστές. Το σώμα του ρίχτηκε στο δάσος, αλλά ένας ευσεβής ιερέας Ισίδωρος τον έθαψε κρυφά και φύτεψε μια ροδιά, κάτω από την οποία συνέβησαν πολλές θεραπείες. Στις 19 Νοεμβρίου 1626, βρέθηκαν τα άγια λείψανα του και τοποθετήθηκαν στον ναό του μοναστηριού, όπου συνέβησαν πολλά θαύματα και θεραπείες.
Η εύρεση των λειψάνων έγινε στις 19 Νοεμβρίου 1626, και στις 17 Δεκεμβρίου της ίδιας χρονιάς, υπό τον Πατριάρχη Φιλάρετο, τα άφθαρτα λείψανά του μεταφέρθηκαν στο μοναστήρι που ίδρυσε.
